Ξύπνησα χαρούμενος. Ήταν η δεύτερη από τις τρεις μέρες του μήνα που είχα δουλειά. Η επιτροπή «Εργασιακών Εφέδρων και Μάχιμων» με είχε κρίνει λίαν ανταγωνιστικό και άξιο ώστε να με ευεργετήσει με εργασία. Δούλευα για μια Ιδιωτική Εταιρεία Είσπραξης Φόρων. Σήμερα θα παρέδιδα στον Πύργο του Υπουργείου τις χθεσινές εισπράξεις από την «Έκτακτη Εισφορά για Γλάστρες στο Μπαλκόνι». Στο πάρκο μπροστά στο σπίτι μου χάζεψα όπως κάθε πρωί το πογκρόμ ενάντια σε όσους μετανάστες είχαν απομείνει. «Καλά τους κάνουνε» σκέφτηκα «τι δουλειά είχανε σε ένα φέουδο της ΟΝΕ;» και χάιδεψα το κέρμα που κρεμόταν σαν φυλαχτό γύρω από το λαιμό μου. Ένα έχω και δεν θα αφήσω κανέναν να μου το πάρει.

Στην Εγνατία κοντοστάθηκα λίγο για να χαζέψω τους σταυρούς στην Καμάρα. Παλιότερα με συνέπαιρναν οι Δημόσιες Σταυρώσεις Δημοσίων Υπαλλήλων, όμως πλέον είχε αποκτήσει και αυτό την ανιαρή κανονικότητά του.

Λίγο παρακάτω μια άμαξα που περνούσε με γέμισε λάσπες. Κρίνοντας ωστόσο από την πολυτέλεια και την ταχύτητά της σκέφτηκα πως κάποιος Βαρώνος – Υπουργός θα επέβαινε που θα βιαζόταν για το ραντεβού του με τους Ξένους Ηγεμόνες. Κοίταξα με καμάρι τους λεκέδες.

Στον Πύργο του Υπουργού περίμενα όπως πάντα με τις ώρες έξω από τα τείχη. Βλέπετε, οι «Προστάτες του Πολίτη» – κάποτε τους λέγανε αστυνομικούς – είναι πάντα ευσυνείδητοι στα καθήκοντά τους. Η αναμονή μου δε στάθηκε μάταιη. Μπόρεσα να χαζέψω από μακριά την τελετή που λάμβανε χώρα σε μια από τις αλέες του Υπουργείου. Ο ίδιος ο σεπτός Δεσπότης – Πρωθυπουργός μας άγγιζε με το ξίφος Του μερικούς γονυπετείς «Άξιους Έλληνες» και τους απέδιδε το Μέγα Παράσημο Καινοτομίας και τον Ανακυκλωμένο Σταυρό Πράσινης Ενέργειας.

Το σούρουπο πήρα περιχαρής το δρόμο για το σπίτι. Στη χούφτα κρατούσα την αμοιβή μου, μερικά δευτερόλεπτα (η χώρα μας είχε παραμείνει στη ζώνη του Ευρώ χάρη στην ευφυέστατη σκέψη να κυκλοφορήσουν υποδιαιρέσεις των λεπτών) με τα οποία θα αγόραζα μία ασπιρίνη για τους γέρους γονείς μου. Και αύριο; Αχ, αύριο. Μεγάλη μέρα. Είναι το εβδομαδιαίο δημοψήφισμά μας. Και αν με αφήσετε λίγο να σκεφτώ, ίσως θυμηθώ και το θέμα.

Δημήτρης Δρένος

Related Posts