Ελληνικό σινεμά και Φεστιβάλ

Είναι 52 ετών. Αν ήταν άνθρωπος, θα χαρακτηριζόταν μεσήλικας. Έχει, άλλωστε, κάποια από τα κουσούρια της… μέσης ηλικίας!

Ορισμένες προηγούμενες χρονιές, λ.χ., έμοιαζε να έχει κορεστεί, τα γενέθλιά του δεν συνοδεύονταν από αληθινό κέφι, αλλά είχαν διεκπεραιωτικό χαρακτήρα. Ακόμα, δεν είναι μυστικό ότι στο πέρασμα του χρόνου απαρνήθηκε πολλούς από τους φίλους του και παρασύρθηκε σε υπερφιλόδοξα σχέδια. Έχασε το μέτρο, άπλωσε τα πόδια έξω από το πάπλωμα, κινδύνευσε -σαν τη χώρα μας- με χρεωκοπία (και δεν εννοούμε μόνο την οικονομική).

Την τελευταία εικοσαετία περίπου φιλοξένησε στη διάρκειά του πάρα πολλούς ξένους, που το επισκέφθηκαν ως διαγωνιζόμενοι (μια που πήρε διεθνή χαρακτήρα), κριτικοί, παραγωγοί, ακόμα και απλοί θεατές (όταν πρόκειται για γειτονικά κράτη). Αυτό το αναζωογόνησε αναμφίβολα, μια που εκεί γύρω στα 30 του έδειχνε σαφή σημάδια πρόωρης γήρανσης…

Όμως, σταδιακά η συγκριση ανάμεσα στην ελληνική και την ξένη κινηματογραφία απέβη μοιραία, αφού οι θεατές -όχι άδικα συνήθως- γύρισαν την πλάτη τους στα ντόπια προϊόντα. Αυτό έφερε την -επίσης δικαιολογημένη- γκρίνια των Ελλήνων κινηματογραφιστών, που δεν ήθελαν τα έργα τους να εκτίθενται (προσδώστε στο ρήμα όποια έννοια θέλετε) πλάι σ’ εκείνα των επισκεπτών από την υπόλοιπη Ευρώπη, την Αμερική, την Ασία… Φτάσαμε κάποια στιγμή στο υποτίθεται αδιανόητο, οι δημιουργοί, που πολύ συχνά όφειλαν ακόμα και την ίδια την ύπαρξή τους στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, να επιθυμούν διακαώς την απομάκρυνσή τους από αυτό, να συμπαρασύρουν νεότερους μαζί τους, να το σνομπάρουν επιδεικτικά, να αποχωρούν με ομιχλώδεις διαδικασίες. Απέναντί τους, μια Πολιτεία, που υποχρεούτο να στηρίξει τον κορυφαίο θεσμό που φιλοξενεί τούτη η πόλη, αλλά και το σπίτι του ελληνικού σινεμά, κώφευε -πιθανότατα εσκεμμένα- στα ηχηρά μηνύματα που λάμβανε…

Από το 2008 δεν έχουμε δει ποτέ στη Θεσσαλονίκη έστω το ήμισυ της ετήσιας παραγωγής της Ελλάδας στον κινηματογράφο. Οι ταινίες μετά βίας ξεπέρασαν φέτος, στις επίσημες προβολές, τον μικρότερο διψήφιο αριθμό, κάνοντας ρεκόρ (!) τριετίας… Ναι, οι 11 που έφτασαν να προβληθούν στο ΟΛΥΜΠΙΟΝ ή στις αίθουσες του Ο.Λ.Θ. είναι πιο πολλές από τις 8 του 2009, αλλά δεν παύουν να είναι περίπου το ένα τρίτο του συνόλου!

Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής, Δημήτρης Εϊπίδης, άνθρωπος ικανός σε διοργάνωση αντίστοιχων εορτών, κατόρθωσε να φτιάξει ένα καλό διεθνές πρόγραμμα, με πολύ μικρότερο προϋπολογισμό από τις εποχές της προκατόχου του, Δέσποινας Μουζάκη. Έκανε και ένα πρώτο βήμα, κουβαλώντας -έστω στο τμήμα της Αγοράς- σχεδόν το άπαν των ελληνικών ταινιών. Όμως, πρέπει να τολμήσει να ξεπεράσει τον εαυτό του, να ανοίξει ολάνοιχτα την πόρτα σε όλους τους Έλληνες σκηνοθέτες, ανεξαρτήτως του αν έχουν παιχτεί τα φιλμ τους κι αλλού. Δεν έχει να αποδείξει τίποτα στις Νύχτες Πρεμιέρας ή σε οποιοδήποτε άλλο ελληνικό φεστιβάλ, είναι πέρα από αυτά. Ίσως η επαναφορά του διαγωνιστικού τμήματος να είναι άλλη μια λύση στο αδιέξοδο, καθώς όλο και κάποιοι δημιουργοί θα ήθελαν τη βράβευση στο πλέον επίσημο κινηματογραφικό γεγονός εν Ελλάδι. Πάντως, χρειάζεται άμεση επαναπροσέγγιση…

Δημοσθένης Ξιφιλίνος

Υ.Γ. Ο Άδικος κόσμος του Φίλιππου Τσίτου και η αποκάλυψη που ακούει στο όνομα Η πόλη των παιδιών του Γιώργου Γκικαπέππα ήταν οι ταινίες της χρονιάς από το κουτσουρεμένο φετινό Πανόραμα…

Leave a Reply