Μόμπι Ντικ (ή Η φάλαινα) του Χέρμαν Μέλβιλ

Μετάφραση Α. Κ. Χριστοδούλου
Εκδόσεις Gutenberg, σειρά Orbis Literae / editio minor, σελίδες 926

mobydick_hermanmelville

«Λέγε με Ισμαήλ. Πριν από μερικά χρόνια (…) σκέφτηκα να ταξιδέψω λίγο στη θάλασσα και να δω το υδάτινο μέρος του κόσμου. Είναι ένας τρόπος που έχω να διώχνω τη μελαγχολία και να ρυθμίζω το κυκλοφοριακό. Όταν πιάνω τον εαυτό μου να στραβώνει το στόμα, όταν στην ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, που ψιλοβρέχει… όταν πιάνω τον εαυτό μου να σταματάει άθελα μπρος σε φερετροπωλεία και να γίνεται ουραγός κάθε κηδείας που συναντώ…»

είναι οι πρώτες ζοφερές φράσεις που πρόκειται να απλώσουν τη μελαγχολία τους, το μεγαλειώδες και αβάσταχτο φορτίο τους στις υπόλοιπες 900 σελίδες του έργου. Δεν πρόκειται απλώς για μια ναυτική περιπέτεια που οι περισσότεροι γνωρίζουμε από τις παιδικές διασκευές της. Δεν πρόκειται απλώς για τον δαιμονικό καπετάνιο Αχάμπ, που κυνηγά την άσπρη φάλαινα. Πρόκειται για ένα από τα μνημειώδη έργα στις βιβλιοθήκες της ανθρωπότητας, για έναν από εκείνους τους χοντρούς τόμους που, όταν τους διαβάσουμε, η ζωή μας αποκτά λίγο παραπάνω βαρύτητα και άλλη θέαση για τα πράγματα.

Με πρόσχημα τη φαλαινοθηρία, ο Μέλβιλ συνθέτει σε ένα κολοσσιαίο κολάζ με βιβλικές αναφορές και φυσιοδιφικές πραγματείες, προεικάζει τις επιστημολογικές παρατηρήσεις του Μισέλ Φουκό για την εξουσιαστικότητα των ταξινομήσεων 120 χρόνια αργότερα, συνθέτει ένα γοτθικό και σκοτεινό σύμπαν που εξελίσσεται στις ζεστές θάλασσες του νότου, δημιουργεί μια σκληρή αλληγορία για την κυριαρχικότητα του ανθρώπινου πολιτισμού, προσθέτει το χαρακτήρα του Αχάμπ δίπλα στα αρχετυπικούς ήρωες των τραγωδιών του Σαίξπηρ και των αρχαίων.

Όπως οι φαλαινοθήρες ανατέμνουν την κρεμασμένη στο πλάι της καρίνας φάλαινα για να κλέψουν το λάδι της, έτσι ο Μελβίλ ανατέμνει τη φύση του ανθρωπίνου είδους, σε ένα βιβλίο – ιδιότυπο ποίημα εκατοντάδων πεζών σελίδων, γραμμένο το 1851, που πάλλεται ολοζώντανο στα τρικυμιώδη νερά του 21ου αιώνα.

Δημήτρης Δρένος

Leave a Reply