videodrome – PAUL του Γκρεγκ Μότολα

Σκηνοθεσία: Γκρεγκ Μότολα
Παίζουν: Σάιμον Πεγκ, Νικ Φροστ, Σεθ Ρόγκαν (φωνή), Τζέισον Μπέιτμαν, Μπιλ Χέιντερ, Κριστίν Γουίγκ, Σιγκούρνεϊ Γουίβερ
ΗΠΑ – Μεγάλη Βρετανία, 2011
Διάρκεια: 104’

Αξιολόγηση: ***

VIDEODROME PAUL

Φέτος σας έχουμε προτείνει από τη στήλη αυτή ορισμένες ταινίες, όπως το κινέζικο «Chongqing Blues» και το σκοπιανό «Γεννήθηκα στο Τίτο Βέλες», οι οποίες, όσο μεγάλες κι αν είναι οι αρετές τους και μεγαλεπήβολο το όραμά τους, παραμένουν ευάλωτες στην κατηγορία της σοβαροφάνειας. Θυμίζουν λίγο τον κινηματογράφο του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Ύφος βαρύ και σοβαρό, βλοσυρότητα και στοχαστικότητα αποτελούν τα στοιχεία με τα οποία προσπαθούν να επιβληθούν στο θεατή ως δημιουργήματα της υποτιθέμενα ανώτερης διάνοιας ενός Δημιουργού με το δέλτα κεφαλαίο. Ποιοτικός κινηματογράφος όμως δεν είναι μόνο ο κινηματογράφος που παίρνει τον εαυτό του τόσο στα σοβαρά. Καλός και λυτρωτικός μπορεί να είναι και ο κινηματογράφος του χαβαλέ, του σαρκασμού και του αυτοσαρκασμού, της πλάκας και της παρωδίας. Ένα τέτοιο παράδειγμα σας προτείνουμε στο τεύχος αυτό, με τον «Paul», ένα υβρίδιο μεταξύ παρωδίας επιστημονικής φαντασίας και road movie γεμάτο αναφορές σε άλλες ταινίες, αλλά και στον κόσμο των κόμιξ. Ψυχή της ταινίας αποτελεί το βρετανικό κωμικό δίδυμο των Σάιμον Πεγκ και Νικ Φροστ, γνωστών για τις εξίσου πετυχημένες παρωδίες τους «Το ξύσιμο των νεκρών» (Shaun of the Dead, 2004) και «Καυτοί και άσφαιροι» (Hot Fuzz, 2007). Αυτή τη φορά οι δυο κωμικοί με το χαρακτηριστικά βρετανικό χιούμορ υποδύονται δυο κολλητάρια που ταξιδεύουν στην Αμερική για να επισκεφθούν τη μεγάλη έκθεση κόμικ του Σαν Ντιέγκο και στη συνέχεια να κάνουν ένα προσκυνηματικό ταξίδι με τροχοβίλα στα μέρη όπου έχουν θεαθεί εξωγήινοι. Πρόκειται για δυο τυπάδες που μοιάζουν βγαλμένοι από ταινία του Κέβιν Σμιθ, βουτηγμένοι μέχρι τα μπούνια μέσα στον κόσμο της μαζικής κουλτούρας θαρρείς από ανωριμότητα κι ανικανότητα να αντιμετωπίσουν τον πραγματικό κόσμο, ταυτόχρονα όμως απόλυτα ανθρώπινοι. Η μαζική κουλτούρα θυμίζει έτσι καταφύγιο, εντός του οποίου μπορεί να κρυφτεί κανείς για να παραμείνει πάντα αγνός και αθώος σαν παιδί. Δεν είναι λοιπόν άδικο για δυο τύπους σαν κι αυτούς, που κάνουν σαν παιδιά επειδή θα επισκεφθούν το Roswell, όπου υποτίθεται ότι το 1947 είχε προσγειωθεί ένα διαστημόπλοιο και είχε συλληφθεί ένας εξωγήινος, που συναντούν πράγματι έναν εξωγήινο, και μάλιστα με χαρακτήρα ταιριαστό με το δικό τους. Ο Πολ μοιάζει με τον Ε.Τ. του Σπίλμπεργκ, μιλάει όμως με τη φωνή του κωμικού Σεθ Ρόγκεν (The Green Hornet) σε ένα ιδίωμα γεμάτο πρωτότυπα βρωμόλογα και συμπεριφέρεται αναλόγως: πίνει μπιρόνια, καπνίζει χόρτο και κάνει καλαμπούρια. Γενικώς κυριαρχεί μια αγαθότητα και μια ανθρωπιά στην ταινία, ακόμα και οι κακοί είναι αστείοι, ενώ οι αναφορές σε ταινίες όπως «Στενές επαφές τρίτου τύπου», «Άλιενς» και ο «Πόλεμος των Άστρων» είναι πάμπολλες και ευδιάκριτες και ενισχύουν τον σινεφίλ χαρακτήρα της ταινίας. Αυτό όμως που κερδίζει στα σίγουρα το θεατή είναι η φιλική αναπαράσταση του Άλλου. Μπορεί να είναι τερατόμορφος, μπορεί να έρχεται από άλλο πλανήτη, μπορεί να είναι ικανός για πράγματα πολύ πάνω από τις δικές μας δυνάμεις, ο Πολ όμως, όπως και ο θρυλικός Ε.Τ., δεν προκαλεί φόβο και δεν απειλεί κανένα. Είναι απλά ένα πλάσμα ικανό για συναισθηματική επαφή με τον οποιοδήποτε και το οποίο θέλει απλώς να πάει σπίτι του. Home…

Άγγελος Γιάννου

Leave a Reply