Λοιπόν, θα πάψεις σε παρακαλώ; του Ρέιμοντ Κάρβερ

Μτφ.: Γιάννης Τζώρτζης
Εκδόσεις Μεταίχμιο 2011, σελ. 269

book-carver

Ο Κάρβερ, εισηγητής του μινιμαλισμού στη σύγχρονη αμερικάνικη λογοτεχνία, ξεκινά από τη δεκαετία του ’70 να εκδίδει σύντομες ιστορίες βγαλμένες από μιαν «απόμακρη» ενδοχώρα με ήρωες ανθρώπους λαϊκούς, ανθρώπους απελπισμένους που ο θυμός τους δεν οδηγεί σε επιτυχημένες επαναστάσεις, αλλά μόνο σε μικρές καθημερινές «τραγωδίες». Τραγωδίες που δεν έχουν τίποτα βαρύγδουπο κι εντυπωσιακό, όπως αυτές που μόνο οι αντι-ήρωες βιώνουν. Παγιδευμένοι συχνά από την ίδια την κοινωνική τους τάξη, η ζωή τους κυλάει σα να’ ναι προκαθορισμένη. Παντρεύονται μικροί, χωρίζουν, πίνουν, περιπλανώνται, μένουν άνεργοι ή μισούν τη δουλειά τους, αλλά -ό, τι κι αν κάνουν- οι αποτυχημένες σχέσεις τους είναι πάντα ο πρωταγωνιστής. Άνθρωποι συναισθηματικά ανάπηροι και στεγνοί, όπως η πένα του συγγραφέα που τους έπλασε, κινούνται σ’ ένα μόνιμο φόντο «επαρχιώτικης» παρακμής. Εκεί όπου οι νύχτες είναι μεγάλες και δίχως ύπνο, εκεί όπου τα παντρεμένα ζευγάρια διψούν να κλέψουν λίγο ξένο αισθησιασμό, εκεί όπου οι πότες αγκομαχούν από το βάρος της ζωής…

Οι λάτρεις του Κάρβερ εντοπίζουν το μεγαλύτερο τάλαντό του στην ικανότητά του να ανοίγει ρωγμές στον κόσμο αυτόν και να δίνει στον αναγνώστη επεισόδια αληθινά, σχεδόν νατουραλιστικά. Η πρόζα του υπηρετεί άψογα την πεζή πραγματικότητα που θέλει να περιγράψει, ο λόγος του ψυχρός κι αποστασιοποιημένος δεν παλινδρομεί σε συναισθηματικά μονοπάτια και οι διάλογοι μιμούμενοι την αληθινή ζωή ή το παράλογο αυτής δεν έχουν πάντα συνειρμό. Οι ιστορίες του είναι δύσκολες, είναι στριφνές, σκυθρωπές, με μια «βασανιστική» -κάποτε κατά την ανάγνωση- αίσθηση ακινησίας. Πρόκειται για έναν κόσμο που βιώνει τη ζωή σα να ‘ναι χαμένος, ακόμα και την ώρα που αναφωνεί πως «κάτι θ’ αλλάξει», έναν κόσμο δοσμένο τελικά με «βρώμικο» ρεαλισμό.

Ιωάννα Χατζηκυριάκου

Leave a Reply