Ο ΜΑΝΑΒΗΣ

Ο ΜΑΝΑΒΗΣ
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος
Διάρκεια: 82’
ΟΛΥΜΠΙΟΝ – ΠΑΥΛΟΣ ΖΑΝΝΑΣ

MANAVHS 2

Ένα φορτηγό που διανύει την ίδια δύσβατη διαδρομή για 26 συναπτά έτη. Ένα φορτηγό που μεταφέρει ένα φορτίο πολύ πιο σημαντικό και πολύτιμο από τα προϊόντα του. Είναι ένας τροχοφόρος δίαυλος επικοινωνίας. Είναι η μία και μοναδική δίοδος επαφής μεταξύ δύο κόσμων που συνορεύουν. Δύο κόσμοι που μοιάζουν τόσο μακρινοί σαν να κατοικούν σε διαφορετικά σύμπαντα. Είναι μία ενοχλητική υπενθύμιση πως για να ξεχαστεί κάποιος, πρέπει πρώτα κάποιος άλλος να τον λησμονήσει. Ο Νίκος Αθανασιάδης ξεκινά με το φορτηγό – μανάβικό του από τα Τρίκαλα, με προορισμό τα απομακρυσμένα και δυσπρόσιτα χωριά της Πίνδου. Εκεί που αυτό που ονομάζουμε καθημερινότητα δείχνει να αποκτά μία διαφορετική έννοια. Λίγο πέρα από τα σύνορα που τοποθετήσαμε εμείς, με δική μας πρωτοβουλία. Αγνοώντας επιδεικτικά όσους έτυχε να βρίσκονται έξω από τους φράχτες. «Ο μανάβης» μας προσκαλεί να ρίξουμε μια ολοκληρωμένη και όχι κλεφτή ματιά στο τέλος του ορίζοντα.

Η μαγιά του ντοκιμαντέρ του (Τρικαλινού, συντοπίτη του «μανάβη») Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου αποτελείται από σπάνια και δυσεύρετα υλικά που πρέπει να σκάψεις πολύ για να τα βρεις. Όταν βρεθούν όμως, σου χαρίζουν μία λάμψη ατόφια και μοναδική. Δεν έχουν ανάγκη από κινηματογραφικές μεταμορφώσεις ούτε από σκηνοθετικά μερεμέτια. Δεν είναι προκάτ, δεν είναι σουλουπωμένα. Είναι η ίδια η ζωή, που ξεδιπλώνεται μπροστά μας σκληρή και ταυτόχρονα όμορφη. Κουραστική αλλά συγχρόνως ξέγνοιαστη. Οι πρωταγωνιστές αυτού του ντοκιμαντέρ δεν είναι μουσειακά εκθέματα ούτε λαογραφικά αντικείμενα. Είναι πρωταγωνιστές χαρισματικοί και προικισμένοι απλούστατα διότι είναι αυτοί που είναι. Με μια κουβέντα, είναι πέρα για πέρα αληθινοί και χειροπιαστοί. Το έχουμε ξαναπεί: η ζωή δεν είναι υποχρεωμένη να τρέχει λαχανιασμένη πίσω από την αληθοφάνεια. Της αρκεί το ότι είναι αληθινή από την κορφή ως τα νύχια. Είναι αληθινή σε κάθε της έκφανση. Δίχως κορυφώσεις, εντάσεις, και ηρεμίες πριν από καταιγίδες. Κάθε στιγμή περικλείει τα πάντα χωρίς καλά καλά να το ξέρει η ίδια. Η Πίνδος συμμετέχει στην καταγραφή της πραγματικότητας, συμπρωταγωνιστεί σε αυτό το ταξίδι. Με ένα φυσικό φως που λούζει τα πάντα, με ένα τοπίο που κουμπώνει με τους ανθρώπους της.

MANAVHS 1

Με τόσο υποσχόμενα θεμέλια λοιπόν, ο ρόλος του σκηνοθέτη είναι απλώς διεκπεραιωτικός; Δεν έχει τίποτα να προσφέρει και η παρουσία του είναι διακοσμητική; Κάθε άλλο. Η απλότητα είναι πάντοτε ένα πολύπλοκο ζητούμενο. Δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι ο σκηνοθέτης θα έχει την ψυχραιμία και τη νηφαλιότητα να βάλει το «εγώ» του σε δεύτερο πλάνο. Να αφήσει την ιστορία του να αναπνεύσει και να δώσει τους καρπούς της. Ο Κουτσιαμπασάκος είναι συνεχώς παρών ακριβώς επειδή δεν αγχώνεται να δηλώσει την παρουσία του. Αφηγείται με νηφαλιότητα, διατηρεί τους χαμηλούς τόνους, γίνεται τρυφερός χωρίς να χάνει όμως την αυστηρότητά του. Εν τέλει, κατορθώνει να πραγματοποιήσει ένα μεστό και περιεκτικότατο οδοιπορικό στην πίσω όψη του καθρέφτη, σε γωνιές και μέρη της Ελλάδας που δείχνουν καταδικασμένα να μείνουν εσαεί αόρατα. Ένα road movie με τερματικό σταθμό μία ελληνική no man’s land.

Οι εποχές θα εναλλαχθούν, οι καλλιέργειες θα διαδεχθούν η μία την άλλη. Τα χρώματα αλλάζουν, το τοπίο αλλάζει, όπως και οι άνθρωποι, έστω και ανεπαίσθητα. Άλλοτε μελαγχολούν και απογοητεύονται, άλλοτε αισιοδοξούν και χαμογελούν. Κάποιοι από αυτούς μπορεί και να μην είναι εκεί την επόμενη φορά. Σε αυτό το σκηνικό, ο «μανάβης» είναι η σταθερά που προσδίδει σιγουριά. Είναι ο απεσταλμένος του κόσμου που ξέχασε προς τον κόσμο που ξεχάστηκε. Είναι ο δικός τους άνθρωπος εφ’ όρου ζωής. Προαναγγέλλει την άφιξή του σε κάθε χωριό με ένα ξεχωριστό τραγούδι. Δεν γίνεται να τον μπερδέψουν, δεν πρέπει να τον μπερδέψουν με κανέναν άλλο. Ο Κουτσιαμπασάκος επί της ουσίας διεξάγει μία ανθρωπολογική μελέτη, η οποία όμως δεν είναι στείρα προσανατολισμένη στα στοιχεία και τις πληροφορίες. Αντιθέτως, είναι σφόδρα ανθρωποκεντρική, είναι αφοσιωμένη στο ζουμί κάτω από τη φλούδα και δεν περιορίζεται σε μία αίσθηση κατεπείγοντος και επίκαιρου. Πρόκειται για μία ιστορία που βαστά δεκαετίες και που αναμένεται να βαστήξει κι άλλες μέχρι να εκλείψουν και οι τελευταίοι των Μοϊκανών. Το αντιφατικό πορτρέτο μιας χώρας που τσαλαβούτησε μπουσουλώντας προς την ανάπτυξη και ονειρεύτηκε μεγαλεία, αδιαφορώντας για τις συνέπειες και τα παρεπόμενα.

Αξιολόγηση: **** (4)
Γιώργος Παπαδημητρίου

Leave a Reply