Videodrome

POLISSE
Σκηνοθεσία: Μαϊγουέν
Παίζουν: Καρίν Βιάρ, Τζοεϊ Σταρ, Μαρίνα Φουά, Εμανουέλ Μπερκό, Φρεντερίκ Πιερό
Γαλλία: 2011
Διάρκεια: 127’

VIDEODROME
Ένα από τα πιο συχνά εγκώμια υπέρ του είδους του ντοκιμαντέρ που ακούμε εδώ στην πόλη μας αυτές τις μέρες της γιορτής του είναι ότι το ντοκιμαντέρ (σε αντίθεση με την ταινία μυθοπλασίας, εξυπακούεται) «καταγράφει την πραγματικότητα», κάτι που με τη σειρά του μπορεί να ερμηνευθεί ως «λέει την αλήθεια». Κι όμως, μέσα στον ενθουσιασμό τους, οι φίλοι του είδους διατυπώνουν, χωρίς να το συνειδητοποιούν, μια από τις πλέον θεμελιώδεις και ριζικές κατηγορίες εναντίον κάθε μορφής τέχνης συλλήβδην. Ότι δηλαδή η τέχνη, ως μορφή ανθρώπινης έκφρασης και ευαισθησίας, δεν μπορεί να αποδώσει την ανθρώπινη πραγματικότητα και την ουσία της. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν ισχύει, όπως έχουν πολλάκις καταδείξει τα πολυάριθμα αριστουργήματα όλων των τεχνών. Ειδικά όμως στο σινεμά, τέχνη κατεξοχήν του ορατού, η κατηγορία επιμένει, μαζί με την – παντελώς ανυπόστατη κατά την άποψή μας – αίσθηση πολλών ότι το οπτικό ντοκουμέντο είναι σε θέση να αποκαλύψει κάτι άγνωστο και μη δυνάμενο να εκφραστεί καλύτερα, πληρέστερα και εναργέστερα με άλλα μέσα. Κάπου εδώ παρεμβαίνουν ταινίες σαν το «Polisse», ταινίες μυθοπλασίας αυστηρά βασισμένες στην πραγματικότητα, για να υπενθυμίσουν ότι μόνο η μετάπλαση του ακατέργαστου οπτικού ντοκουμέντου από την καλλιτεχνική διάνοια και ευαισθησία, και μάλιστα χωρίς τις ηθικές δεσμεύσεις του ρεπορτάζ ή του ντοκιμαντέρ, μπορούν να αποκαλύψουν την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης και δράσης. Στο «Polisse» η Μαϊγουέν (υπογράφει χωρίς το επίθετό της, το οποίο είναι Le Besco), ηθοποιός ήδη από τα παιδικά της χρόνια και μητέρα ενός παιδιού με τον Λικ Μπεσόν στα δεκαέξι της, καταγράφει την καθημερινότητα των αστυνομικών στο Τμήμα Προστασίας Ανηλίκων, και πιο συγκεκριμένα σε μια μονάδα που ειδικεύεται στο σεξουαλικό έγκλημα. Η αίσθηση του ντοκουμέντου είναι έντονη, όχι μόνο γιατί στην αρχή της ταινίας αναγράφεται ότι η ταινία βασίζεται σε πραγματικές υποθέσεις του Τμήματος, αλλά και γιατί τόσο η επεισοδιακή και αποσπασματική αφηγηματική δομή, όσο και το στιλ κινηματογράφησης, με την κάμερα στο χέρι, την ακατέργαστη εικόνα και το νευρώδες μοντάζ, ενισχύουν την εντύπωση του πραγματικού. Το αποτέλεσμα είναι αξιοπρόσεκτο. Ένα μωσαϊκό από περιπτώσεις σύγχρονης παιδικής κακοποίησης, από συμμορίες αθίγγανων που εξωθούν τα παιδιά τους στη ζητιανιά και στο πεζοδρόμιο, μουσουλμάνους πατεράδες που παντρεύουν τις δωδεκάχρονες κόρες τους και συμμορίες ανηλίκων που εξαναγκάζουν σε σεξουαλικές πράξεις τα κορίτσια της παρέας, μέχρι τον κλασικό, υπεράνω πάσης υποψίας καθωσπρέπει παιδεραστή. Όλα αυτά υπερτίθενται στην έντονη μέχρι εξαντλήσεως καθημερινότητα των ανδρών και των γυναικών του Τμήματος, όπου τα όρια προσωπικής και επαγγελματικής ζωής έχουν μπερδευτεί παντελώς, οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις κρέμονται από μια κλωστή και η δαιμονιώδης καταπολέμηση του εγκλήματος υποκαθιστά την επίλυση των προσωπικών προβλημάτων. Πραγματικός ήρωας της ταινίας αναδεικνύεται εν τέλει το ίδιο το Αστυνομικό Τμήμα. Ένας οργανισμός με τη δική του ζωή, τους δικούς του κανόνες και τη δική του προσωπικότητα, που επιβάλλεται πάνω σε οποιαδήποτε ατομική διαφοροποίηση ενσωματώνοντας τους επιμέρους ανθρώπινους χαρακτήρες σε ένα διαλεκτικό σύνολο που ξεπερνά κατά πολύ το απλό άθροισμα των μερών του. Κι αν αυτό παραπέμπει στον συλλογικό ήρωα του σοσιαλιστικού κινηματογράφου του Αϊζενστάιν, η πλήρης αντικειμενική αδυναμία της ταινίας να αγγίξει τα ψυχοκοινωνικά αίτια των εγκλημάτων που καταγράφει, της προσδίδει μια μεταφυσική αύρα που πιθανόν να ενοχλήσει τους συμπαθούντες τις σοσιαλιστικές  ιδέες. Οι ήρωες του δράματος αποκτούν έτσι μια θεμελιακή τραγικότητα, η οποία κορυφώνεται κι αναδεικνύεται στο αναπάντεχο φινάλε αυτής της καθόλα ενδιαφέρουσας, αν και κάπως σχοινοτενούς ταινίας.

Αξιολόγηση: **** (4)

Άγγελος Γιάννου
videodrome-filmnoir.blogspot.com

Leave a Reply