norman

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΙΠΟΤΑ NORMAN: THE MODERATE RISE AND TRAGIC FALL OF A NEW YORK FIXER

norman

normanΟ ΚΥΡΙΟΣ ΤΙΠΟΤΑ

NORMAN: THE MODERATE RISE AND TRAGIC FALL OF A NEW YORK FIXER

Πρωταγωνιστούν:

Ρίτσαρντ Γκιρ, Λιόρ Ασκενάζι, Μάικλ Σιν, Σαρλότ Γκενσμπούργκ, Νταν Στίβενς, Στιβ Μπουσέμι, Χανκ Αζάρια, Τζόναθαν Αβίγκντορι
Σκηνοθεσία – Σενάριο Τζόζεφ Σένταρ

Παραγωγή: Μιράντα Μπέιλι, Λόρενς Ίνγκλι, Ντέιβιντ Μάντιλ,

Όρεν Όβερμαν, Έγιαλ Ρίμον, Γκίντεον Τάντμορ
Φωτογραφία: Γιάρον Σαρφ
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Καλίνα Ιβάνοφ, Άραντ Σουάγατ

Μοντάζ: Μπράιαν Α. Κέιτς

Μουσική: Τζουν Μιγιάκε

Κοστούμια: Μισέλ Μάτλαντ

Διάρκεια: 117’

Ημερομηνία Εξόδου: 20 Απριλίου
Διανομή: Tanweer

Facebook Page – https://www.facebook.com/tanweergreece/

ΣΥΝΟΨΗ

Ο Νόρμαν Όπενχαϊμερ (Ρίτσαρντ Γκιρ) ζει μια μοναχική ζωή στο περιθώριο της δύναμης και του χρήματος που υπόσχεται η Νέα Υόρκη… Είναι φιλόδοξος και διαρκώς εμπνέεται οικονομικά σχήματα που όμως, δεν αποδίδουν ποτέ καρπούς. Μη έχοντας ουσιαστικά να προσφέρει κάτι, ο Νόρμαν πασχίζει να γίνει φίλος με τους πάντες, αλλά το διαρκές networking τον οδηγεί στο απόλυτο πουθενά.

Επιζητώντας την προσοχή κάποιου, ο Νόρμαν εστιάζει στον Μίσα Έσελ (Λίορ Ασκενάζι), έναν χαρισματικό Ισραηλινό πολιτικό που επαγγελματικά έχει πάρει την κάτω βόλτα και ζει μόνος στη Νέα Υόρκη. Διαισθανόμενος ότι ο Έσελ είναι σε δύσκολη θέση, ο Νόρμαν τον προσεγγίζει δωρίζοντάς του ένα ζευγάρι πανάκριβα παπούτσια – μια κίνηση που συγκινεί βαθύτατα τον Έσελ, και την οποία θα θυμηθεί, όταν τρία χρόνια αργότερα γίνει Πρωθυπουργός.

Όντας πραγματικά στενός φίλος με τον ηγέτη ενός ισχυρού κράτους, ο Νόρμαν νιώθει ότι είναι κοντά στην επιτυχία που πάντα λαχταρούσε. Κατακλυσμένος από ένα μοναδικό αίσθημα επιτυχίας, προσπαθεί να χρησιμοποιήσει το όνομα του Έσελ για να κλείσει τη μεγαλύτερη δουλειά της ζωής του: μια σειρά quid pro quo συναλλαγών μεταξύ του Πρωθυπουργού και του ανιψιού του Νόρμαν (Μάικλ Σιν), ενός ραβίνου (Στιβ Μπουσέμι), ενός μεγιστάνα (Χάρις Γιούλιν), του βοηθού του (Νταν Στίβενς) κι ενός υπαλλήλου του υπουργείου οικονομικών της Ακτής Ελεφαντοστού. Το καλειδοσκοπικό σχέδιο του Νόρμαν όμως, πολύ σύντομα θα αρχίσει να πηγαίνει πολύ στραβά, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες για διεθνές διπλωματικό επεισόδιο. Ο Νόρμαν τώρα, πρέπει να κάνει το παν για να το αποτρέψει. Η νέα ταινία του υποψήφιου για Όσκαρ σκηνοθέτη Τζόσεφ Σένταρ («Footnote») μας διηγείται με κωμικοτραγικό τρόπο και πολλή ευαισθησία την ιστορία ενός ανθρωπάκου του οποίου η «πτώση» οφείλεται στην ανθρώπινη ανάγκη να νιώσει ότι αξίζει κάτι.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Η ιστορία του Νόρμαν Όπενχαϊμερ από τον σεναριογράφο/σκηνοθέτη Τζόζεφ Σένταρ, είναι μια διασκευή της αρχέτυπης ιστορίας που έχουμε δει πολλές φορές στην ιστορία και τη λογοτεχνία: αυτή του εβραίου τραπεζίτη. «Η αφήγηση της ταινίας ακολουθεί την κλασσική δομή», λέει ο Σένταρ. «Ένας Εβραίος συναντά κάποιον που ναι μεν μελλοντικά θα αποκτήσει δύναμη, αλλά εκείνη τη στιγμή είναι σε πολύ άσχημη θέση. Του κάνει ένα δώρο ή μια χάρη, οπότε όταν αποκτά δύναμη, τον βάζει στην «αυλή» του. Έτσι, ο Εβραίος καταφέρνει να αποκτήσει τη θέση που ήθελε. Έρχεται κάποια στιγμή όμως, που ο ανταγωνισμός γίνεται τεράστιος και ο Βασιλιάς ή Δούκας ή όποιος είναι αυτός που κατέχει τη δύναμη αποφασίζει να τον πετάξει όπως την τρίχα από το ζυμάρι. Κι αυτό γιατί ο Εβραίος είναι αναλώσιμος και άρα εύκολο να τον ξεφορτωθείς.»

Ο τραπεζικός κλάδος ήταν μία από τις λιγοστές επιλογές που είχαν σε επαγγελματικό επίπεδο οι Εβραίοι εκείνη την εποχή. Κάπως έτσι, κατάφεραν να αποκτήσουν εμπειρία αλλά και να δημιουργήσουν ένα ισχυρό δίκτυο, καθώς είχαν τη δυνατότητα να μεταφέρουν χρήματα με τρόπους που δεν επέτρεπε η νόμιμη οδός. Το έκαναν για να επιβιώσουν, τόσο οι ίδιοι όσο και αυτοί τους οποίους προστάτευαν. Δυστυχώς όμως, η επιτυχία τους πολύ συχνά προκαλούσε τη δυσαρέσκεια των μη Εβραίων, οι οποίοι φθονώντας την επιρροή που ασκούσαν στον Βασιλιά, άνοιγαν πόλεμο εναντίον τους.

Οι απαρχές της ιστορίας αυτής ανάγονται στη βιβλική εποχή και την ιστορία του Ιωσήφ και του Φαραώ. Άλλοι γνωστοί χαρακτήρες είναι ο Σάιλοκ του Σαίξπηρ στον «Έμπορο της Βενετίας», ο Φάγκιν του «Όλιβερ Τουίστ» του Ντίκενς και ο Λέοπολντ Μπλουμ στον «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόυς. Όλοι αυτοί δεν ακολουθούν ακριβώς τη δομή της αρχέτυπης ιστορίας, αλλά φέρουν πολλά χαρακτηριστικά της. «Κάθε ένας από αυτούς αποτελεί μια απόπειρα να κατανοήσουμε τη σημασία αυτού του Εβραίου», λέει ο Σένταρ. «Γιατί εμπνέει το μίσος; Γιατί ασκεί τόση γοητεία σε όλους μας ο ρόλος που διαδραματίζει στην κοινωνία»;

Ο Σένταρ ξεκίνησε να διερευνά την αφηγηματική πίσω από τον τοκογλύφο Εβραίο στα γυρίσματα μιας ταινίας που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ και αφορούσε στον Βέιτ Χάρλαν, τον σκηνοθέτη του ναζιστικού JUD SÜSS (Περιπλανώμενος Ιουδαίος), της πιο διαβόητης αντι-σημιτικής ταινίας που γυρίστηκε ποτέ. Επρόκειτο για μια γεμάτη μίσος διαστρεβλωμένη απεικόνιση της ζωής του Γιόζεφ Σους Όπενχαϊμερ, ενός Γερμανού τραπεζίτη του 18ου αιώνα, που μπήκε στην αυλή του Δούκα Καρόλου Αλεξάνδρου της Βυρτεμβέργης και ο οποίος συνελήφθη και θανατώθηκε μετά τον θάνατο του Δούκα. (Άλλες μεταφορές της ζωής του Σους, όπως το μυθιστόρημα Jud Süss και η βρετανική κινηματογραφική μεταφορά του 1934 με πρωταγωνιστή τον Κόνραντ Βέιντ, ήταν πιο συμπαθητικές). Κανείς δεν γνωρίζει αν ο Σους έκανε κατάχρηση εξουσίας όταν βρισκόταν στα πράγματα, αλλά σίγουρα η ζωή του τελείωσε με λύτρωση – όταν του δόθηκε η ευκαιρία να σώσει τη ζωή του ασπαζόμενος τον Χριστιανισμό, ο Σους παρέμεινε πιστός στο δόγμα του. Κατά την έρευνά του, ο Σένταρ εντόπισε έγγραφα που περιέγραφαν μια συζήτηση ανάμεσα τον Όπενχαϊμερ και έναν ραβίνο στο κελί του την παραμονή της εκτέλεσής του, κατά την οποία διατύπωσε τον προβληματισμό αν η στάση του θα ωφελούσε ή θα έβλαπτε την εβραϊκή κοινότητα. «Με εντυπωσίασε το πόσο οικείος μου φάνηκε», λέει ο Σένταρ. «Προσπαθώντας να τον καταλάβω, αναρωτήθηκα αν αυτοί οι άνθρωποι τελικά αδικούνται από τις περιστάσεις και καταλήγουν να χαρακτηρίζονται άδικα εγωιστές και χειριστικοί. Με την ταινία «ο Κύριος Τίποτα» προσπάθησα να το διορθώσω εν μέρει αυτό, ή τουλάχιστον να δώσω μια διαφορετική άποψη αυτού του τύπου ανθρώπου.»

Αναζητώντας μια πιο σύγχρονη εκδοχή του Εβραίου τοκογλύφου, ο Σένταρ σκέφτηκε έναν «μεσολαβητή», κάποιον που βοηθά ανθρώπους με εξουσία να κάνουν αυτό που θέλουν, δρώντας αντί γι’ αυτούς. Τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν και σήμερα, γιατί είναι απαραίτητοι, αν και πολύ συχνά απαξιώνονται. Το ερώτημα είναι γιατί κάποιος να θέλει να παίξει αυτόν τον ρόλο; Στην περίπτωση του Νόρμαν, η απάντηση είναι ότι δεν έχει άλλη επιλογή. «Ο Νόρμαν ξέρει ότι αν δεν προσφέρει κάτι σε κάποιον, τότε δεν θα μείνει κανείς κοντά του,» λέει ο Σένταρ. «Είναι θλιβερό να το ξέρεις αυτό για τον εαυτό σου, ή έστω να το νιώθεις.» Ο Γκιρ λέει: «Ο Νόρμαν είναι στην απέξω και ψάχνει να βρει τρόπο για να τρυπώσει. Σε όλους τους κλάδους τους πετυχαίνεις τέτοιους ανθρώπους. Ανθρώπους που λένε ‘Πώς μπορώ να σε βοηθήσω; Μπορώ να σου εξασφαλίσω καλύτερο τραπέζι στο τάδε εστιατόριο ή καλύτερη έκπτωση στο δείνα κατάστημα.’ Κάπως έτσι προσπαθεί και ο Νόρμαν να αποκτήσει μια κάποια αξία.»

Δεδομένου ότι στην πραγματικότητα δεν έχει κάτι να προσφέρει, ο Νόρμαν προσπαθεί να κάνει όνομα προφασιζόμενος ότι γνωρίζει σημαντικούς ανθρώπους, έστω κι αν τους ξέρει ελάχιστα ή καθόλου. Συνήθως, προφασίζεται ότι η σύζυγός του τάχα «ήταν συνεργάτης» και η κόρη του «κρατούσε το παιδί» του σημαντικού αυτού ανθρώπου. «Το να αναφέρεις ένα μέλος της οικογένειάς σου, είναι η εύκολη λύση,» λέει ο Γκιρ. «Δίνει μια πιο προσωπική νότα και αυτόματα αυτό σε καθιστά πιο συμπαθητικό.» Ο Σένταρ προσθέτει: «Βλέπει ότι κάθε φορά που τρώει πόρτα, χρησιμοποιώντας αυτό το ‘χαρτί’ τα καταφέρνει. Εμπνέει λίγο μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον άνθρωπο που προσπαθεί να προσεγγίσει.» Η ειρωνεία στην υπόθεση είναι ότι στην ταινία δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ αν ο Νόρμαν έχει παντρευτεί ή αν έχει παιδί. «Είναι κάτι που ισχύει για όλους όσοι αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τον συγκεκριμένο χαρακτήρα,» λέει ο Σένταρ. «Όσοι τους γνώριζαν δεν ήξεραν τίποτα για την προσωπική τους ζωή. Και κανείς δεν ήθελε να ρωτήσει γιατί φοβόταν τι απάντηση θα έπαιρνε.»

Οι διαρκείς «υπερβολές» του Νόρμαν μπορεί για κάποιους να είναι ενοχλητικές αλλά δεν αρκούν για να τον χαρακτηρίσουν ως κακό άνθρωπο. «Έχει κάτι το παιδικό… Πώς ένα παιδί λέει μια ιστορία και πιστεύει ότι αυτά που λέει είναι αλήθεια; Κάτι τέτοιο,» λέει ο Γκιρ. «Καταφεύγει στις υπερβολές και στις μισές αλήθειες, γιατί το μόνο που θέλει είναι να νιώθουν καλά όσοι είναι γύρω του. Δεν νιώθει ούτε θυμό, ούτε φθόνο, ούτε αγανάκτηση. Δεν έχει ίχνος κακίας μέσα του.» Ο Σένταρ σχολιάζει, «Αν συνειδητοποιήσουμε ότι η συμπεριφορά του εκπορεύεται από τη βαθύτατη μοναξιά που νιώθει, τότε βλέπουμε ότι δεν κρύβει ίχνος πονηριάς. Το κάνει για να επιβιώσει.»

Ο Νόρμαν Όπενχαϊμερ απέχει πολύ από τους ρόλους που μέχρι στιγμής έχει ενσαρκώσει ο Γκιρ. Ο ηθοποιός ξεκίνησε να συνεργάζεται στενά με τον σκηνοθέτη ένα χρόνο περίπου πριν την έναρξη των γυρισμάτων, προκειμένου να καταλήξουν στο πώς θα ήταν τελικά ο Νόρμαν. «Η μεταμόρφωση του Ρίτσαρντ σε Νόρμαν ήταν μια διαδικασία που χρειάστηκε λεπτούς χειρισμούς,» λέει ο Σένταρ. «Δεν θέλαμε να επέμβουμε ιδιαίτερα στην εμφάνισή του, αλλά θέλαμε να αλλάξουμε τη γλώσσα του σώματός του». Ο Γκιρ προσθέτει, «Ο Νόρμαν έχει κάτι το ιδιαίτερο. Δεν είναι αυτό που θα ονόμαζε κανείς ‘κυρίαρχο αρσενικό’, δεν είναι ο τύπος που θα φλερτάρει, είναι πιο μαζεμένος και αυτό το δηλώνει ακόμα και το ντύσιμό του. Πάντα φοράει παλτό και καπέλο. Αυτό που πειράξαμε ήταν τα αφτιά μου, τα κάναμε λίγο πιο πεταχτά από ό,τι είναι στην πραγματικότητα.»

Ο Σένταρ παρομοιάζει τις αέναες προσπάθειες του Νόρμαν με την απέλπιδα προσπάθεια ενός παιδιού να κερδίσει στις μουσικές καρέκλες. «Κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να βρεθεί στο κατάλληλο σημείο την κατάλληλη στιγμή, ώστε να προλάβει να καθίσει,» λέει ο Σένταρ. «Για κάποιο λόγο όμως, δεν έχει τη σωστή τεχνική για να τα καταφέρει, και πάντα καταλήγει να μένει όρθιος. Όταν γυρίζαμε την ταινία, αυτή την εικόνα την είχα συνέχεια στο μυαλό μου, για να καταφέρω να αποδώσω την ατμόσφαιρα της κάθε σκηνής.»

«Πιστεύω ότι όλοι περιστρέφονται γύρω από την πραγματικότητα του Νόρμαν,» λέει ο Σένταρ. «Είναι σαν τις μέλισσες που πηγαίνουν από το ένα λουλούδι στο άλλο. Το να μην συμπαθούν τον Νόρμαν είναι φυσικό από τη μία, αλλά και εντελώς άδικο ταυτόχρονα, δημιουργώντας μια τραγική κατάσταση που πραγματικά με θλίβει. Για κάθε αρνητικό που μπορεί κανείς να του βρει, υπάρχει ένα αντίστοιχο θετικό. Άρα, το θέμα είναι αν τον συμπαθείς και τον συμπονάς ή όχι.»

Η άσβεστη ανάγκη του Νόρμαν να γίνει κάποιος, τον οδηγεί σε μπελάδες, μιας και η στρατηγική του βασίζεται στο τίποτα, αφού δεν έχει τα μέσα για να μπει στο παιχνίδι. Ο κόσμος θα αρχίσει να αναγνωρίζει την αξία του μόνο αφού ο ίδιος πληρώσει ένα ακριβό τίμημα. Η επιλογή που θα κάνει, θα τον αναγκάσει να χρησιμοποιήσει με θετικό τρόπο τη διπλωματία του. Το αποτέλεσμα; Πραγματική αξία, λύτρωση και υστεροφημία. «Η προσευχή που ακούγεται στο τέλος λέει: ‘Μακάριοι όσοι ασχολούνται με τις ανάγκες τις κοινωνίας. Ο Θεός θα τους ανταμείψει φυλάσσοντάς τους από ασθένειες, χαρίζοντάς τους υγεία και συγχωρώντας τους όλες τις αμαρτίες.’ λέει ο Σένταρ. «Ο Νόρμαν αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία. Και τη συγχώρεσή μας».