ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ – HELL OR HIGH WATER

hell-or-high-waterΗ ταινία «Πάση Θυσία» («Hell Or High Water») είναι μια σύγχρονη, δραματική περιπέτεια, με χώρο δράσης το Δυτικό Τέξας, όπου οι διαφορές μεταξύ εντίμων και παρανόμων έχουν θολώσει πέρα από κάθε δυνατότητα αναγνώρισης.

Στην ταινία πρωταγωνιστούν ο βραβευμένος με Όσκαρ® Τζέφ Μπρίτζες («Crazy Heart», «True Grit»), ο Κρις Πάιν («Star Trek», «Into The Woods»), ο Μπεν Φόστερ («3:10 To Yuma», «The Messenger») και ο Γκιλ Μπίρμιγχαμ («The Lone Ranger», «Twilight»). Η σκηνοθεσία είναι του Ντέιβιντ Μακένζι («Hallam Foe», «Young Adam», «Starred Up»), σε σενάριο του Τέιλορ Σέρινταν («Sicario»).

Σε μια ιστορία για τη σύγκρουση της Παλαιάς με τη Νέα Δύση, δυο αδέλφια, ο Τόμπι (Κρις Πάιν), ένας συνηθισμένος, διαζευγμένος πατέρας που προσπαθεί να φτιάξει μια καλύτερη ζωή για το γιο του, και ο Τάνερ (Μπεν Φόστερ), ένας ευέξαπτος, πρώην κατάδικος θα συνεργαστούν, για να ληστέψουν τα υποκαταστήματα της τράπεζας που έχει κάνει κατάσχεση στην οικογενειακή τους περιουσία. Οι ένοπλες ληστείες είναι η τελευταία τους ελπίδα, να πάρουν πίσω το μέλλον που -δυνάμεις πέρα από τον έλεγχό τους- τους πήραν κάτω από τα πόδια τους.

Η εκδίκηση φαίνεται δική τους μέχρι τη στιγμή που θα βρεθούν στο στόχαστρο ενός αμείλικτου, αθυρόστομου Τεξανού Ranger (Τζεφ Μπρίτζες) που ψάχνει για έναν τελευταίο θρίαμβο, την παραμονή της συνταξιοδότησης του. Καθώς τα δυο αδέλφια σχεδιάζουν μια τελευταία ληστεία που θα ολοκληρώσει το σχέδιο τους, τα πάντα θα κορυφωθούν σε μια τελική αναμέτρηση, ανάμεσα στον τελευταίο έντιμο άνθρωπο του νόμου και τα δυο αδέρφια, που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, πλην της οικογένειας τους.

 

hell-or-high-waterΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ

HELL OR HIGH WATER

Πρωταγωνιστούν:

Κρις Πάιν, Τζεφ Μπρίτζες, Μπεν Φόστερ, Τζιλ Μπίρμπιγχαμ, Ντέιλ Ντίκι, Κέιτι Μίξον
Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Μακένζι

Σενάριο: Τέιλορ Σέρινταν

Παραγωγή: Πίτερ Μπεργκ, Κάρλα Χάκεν, Σίντνεϊ Κίμελ, Τζούλι Γιορν
Φωτογραφία: Τζάιλς Νάτγκενς
Καλλιτεχνική Διεύθυνση Τομ Ντάφιλντ, Στιβ Κούπερ

Μοντάζ: Τζέικ Ρόμπερτς
Μουσική: Νικ Κέιβ, Γουόρεν Έλις

Κοστούμια: Μαλγκόσια Τουρκάνσκα
Διάρκεια: 102’
Ημερομηνία Εξόδου: 19 Ιανουαρίου
Διανομή: Tanweer

Facebook Page – https://www.facebook.com/tanweergreece

 


 

Επίσημη Συμμετοχή

Διαγωνιστικό Πρόγραμμα – «Ένα Κάποιο Βλέμμα»,

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών 2016

 

Χρυσές Σφαίρες – 3 Υποψηφιότητες

Καλύτερης Ταινίας – Δράμα

Καλύτερου Σεναρίου: Τέιλορ Σέρινταν

Καλύτερου Β’ Ανδρικού Ρόλου: Τζεφ Μπρίτζες

Screen Actor Guild Awards – 1 Υποψηφιότητα

Καλύτερου Β’ Ανδρικού Ρόλου: Τζεφ Μπρίτζες

 

National Board of Review

Καλύτερου Β’ Ανδρικού Ρόλου: Τζεφ Μπρίτζες

Στην επίσημη λίστα με τις Καλύτερες Ταινίες του 2016

AFI Awards

Στην επίσημη λίστα με τις Καλύτερες Ταινίες του 2016

Gotham Awards – 2 Υποψηφιότητες

Καλύτερου Σεναρίου: Τέιλορ Σέρινταν

Καλύτερου Β’ Ανδρικού Ρόλου: Τζεφ Μπρίτζες

Independent Spirit Awards – 3 Υποψηφιότητες

Καλύτερου Σεναρίου: Τέιλορ Σέρινταν

Καλύτερου Μοντάζ: Τζέικ Ρόμπερτς

Καλύτερου Β’ Ανδρικού Ρόλου: Μπεν Φόστερ

    


Κλέβοντας την τράπεζα, που σε έχει κλέψει…

 

Όπως και πολλές άλλες ταινίες, το ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ, έχει στο επίκεντρό της μια αναμέτρηση που εκτυλίσσεται στις απομακρυσμένες νοτιοδυτικές πολιτείες της Αμερικής, μεταξύ των ανθρώπων που εκπροσωπούν το νόμο και των παρανόμων. Όμως εδώ είναι που τελειώνουν και οι ομοιότητες. Γιατί δεν πρόκειται για μία κλασική ταινία με ληστείες τραπεζών, σαν εκείνες που έβλεπαν οι γονείς μας, με πυροβολισμούς ανάμεσα σε έντιμους σερίφηδες και κακοποιούς. Το ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ ανακατασκευάζει τα γουέστερν, όπως τα ξέραμε, προσθέτωντας στο μείγμα περίπλοκα ηθικά διλήματα, καυστικό χιούμορ και σκιαγραφεί εκ νέου την άγρια Δύση, τοποθετώντας τις άλλοτε «καλές» τράπεζες, στο ρόλο του κακοποιού.

Πρόκειται για την 9η κινηματογραφική ταινία του βραβευμένου βρετανού σκηνοθέτη Ντέιβιντ Μακένζι, γνωστού για την ικανότητά του να παίζει και να αναμειγνυει διαφορετικά είδη, δημιουργώντας ταινίες που πάνε κόντρα στις αρχικές προσδοκίες. Στη βάση αυτή, το ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ είναι ταυτόχρονα γούεστερν, κωμωδία, ταινία ληστείας, road movie. Αλλά είναι και μία ταινία – ωδή στην αδελφοσύνη και τους οικογενειακούς δεσμούς, μια ελεγεία στα χαμένα όνειρα και σε όσα μας έχουν υφαρπάξει άδικα, ένα πορτρέτο των μικρών πόλεων που χάνονται και μία σχολαστική μελέτη για το πώς οι άνθρωποι αυτοπαγιδεύονται θέλοντας να φανούν αντάξιοι της εικόνας που έχουν σχηματίσει οι άλλοι για λογαριασμό τους. Σε μια εποχή ραγδαίων αλλαγών, ακόμη και στις απομακρυσμένες πολιτείες της Αμερικής, η ταινία θέτει δύσκολα ερωτήματα σχετικά με την κληρονομιά και τον προσωπικό θρύλο που λαχταρούν ν’ αφήσουν πίσω τους οι άνθρωποι.

Το σκοτεινό χιούμορ της ταινίας, οι απελπισμένοι χαρακτήρες και τα επίκαιρα ζητήματα που θίγει ήταν αυτά που τράβηξαν το ενδιαφέρον των τεσσάρων πρωταγωνιστικών χαρακτήρων, των δύο αντρικών ζευγαριών, που μένουν πιστοί ο ένας στον άλλο, μέχρι το τέλος. Ο Κρις Πάιν και ο Μπεν Φόστερ ενσαρκώνουν το γιν-γιανγκ, τα δύο αδέλφια που, παρά το γεγονός ότι έχουν τραβήξει ξεχωριστά μονοπάτια στη ζωή τους, ξανασμίγουν για να μπορέσουν να έχουν ένα καλύτερο μέλλον. Και ο Τζεφ Μπρίτζες και ο Τζιλ Μπέρμιγχαμ παίζουν δύο Τεξανούς rangers, δύο παράταιρους συναδέρφους, των οποίων οι φυλετικές διαφορές, δεν καταφέρνουν να σαμποτάρουν το βαθύ, ανθρώπινο, συναισθηματικό τους δεσμό.

Ο Ντέιβιντ Μακένζι στο σκηνοθετικό τιμόνι του ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ

Η ιστορία της ταινίας ειναι, σε μία πρώτη ανάγνωση, απλή: δύο αδέλφια, χτυπημένα από την κακοτυχία,  αποφασίζουν να ληστέψουν μία τράπεζα σε μία μικρή πόλη, εξαπολύοντας στο κατόπι τους ένα θρυλικό Τεξανό ranger, που βρίσκεται  – παρά τη θέλησή του – λίγο πριν το κατώφλι της συνταξιοδότησης. Αλλά κάτω από αυτήν την απλοϊκή πλοκή, κοχλάζουν ζητήματα που σχετίζονται με την οικογένεια, τον ανδρισμό, την πίστη, την ιστορία, και τους τρόπους που ένας νέος άπληστος κόσμος συγκρούεται με την παλιά Δύση.

Όλα αυτά μπόρεσαν να βγουν στην επιφάνεια μέσω του γεμάτου χιούμορ και ανθρωπιά σεναρίου του Τέιλορ Σέρινταν. Ο Ντέιβιντ Μακένζι επιλέχτηκε για τη σκηνοθεσία, εξαιτίας της δουλειάς του στην ταινία Starred up, γνωστής για το μείγμα ρεαλισμού, σασπένς, αλλά και συναισθηματικής ευαισθησίας.

Ο Μακένζι αναφέρει, «Για μένα, αυτό που κάνει αυτήν την ταινία τόσο συναρπαστική είναι ότι θέτει προβληματισμούς για θέματα της σύγχρονης αμερικανικής ζωής: τη φυλή, τα όπλα, τις καταχρήσεις των τραπεζών, την απώλεια της παλιάς Δύσης και των αξιών της, τη διάσπαση των οικογενειών και της κοινωνίας, την ανάγκη των Αμερικάνων να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Ως αουτσάιντερ, το αισθάνθηκα προνόμιο να έχω την ευκαιρία να αιχμαλωτίσω ένα στιγμιότυπο του αμερικανικού έθνους κοντά στην προεκλογική περίοδο. Προσπάθησα πολύ να κάνω μια ταινία που είναι όσο το δυνατόν πιο Αμερικάνικη και αισθάνθηκα υποχρεωμένος να δείξω σεβασμό προς αυτή τη χώρα.»

Μέσω της ταινίας ο Μακένζι προσπάθησε να φέρει στο προσκήνιο τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ αδερφών, είτε πρόκειται για αδέρφια εξ αίματος, είτε αδέλφια στη δουλειά. «Έχω μια πολύ δυνατή και καλή σχέση με τον αδελφό μου, οπότε ήθελα να δείξω το τι είναι διατεθειμένα να κάνουν δύο αδέρφια προκειμένου να βοηθήσουν το ένα το άλλο».

Μερικές από τις πιο έντονες στιγμές στο ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ είναι, παραδόξως, στιγμές βουβών σχεδόν αντιπαραθέσεων. Η δυναμική και η υπογεια ένταση των σκηνών που εκτυλίσσονται στη βεράντα των δύο αδερφών, αναδεικνύεται σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας του μοντέρνου, μινιμαλιστικού και καθηλωτικού σκηνοθετικού στιλ του Μακένζι. Προτιμά να κινηματογραφεί μεγάλα σε διάρκεια πλάνα, περιμένοντας ν’ ανακαλύψει ενστικτωδώς τις αληθινές στιγμές, τη στιγμή ακριβώς που αυτές συμβαίνουν.

Ο Τέιλορ Σέρινταν ήταν ενθουσιασμένος από την οπτική δύναμη και τον έντονο συναισθηματισμό με το οποίο ο Μακένζι μεταφέρε το σενάριο του στη μεγάλη οθόνη. Προερχομένος και ο ίδιος από το Δυτικό Τέξας, ήθελε το ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ να είναι ένα ποιήμα αφιερωμένο στην κατάσταση που επικρατεί στην περιοχή. «Οι άνθρωποι στο Τέξας είναι μαχητές, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Εδώ και αιώνες αγωνίζονται για τη γη τους. Η ιστορία της περιοχής χαρακτηρίζεται από ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο κατάκτησης και αφομοίωσης. Κατάγομαι από εκεί και μπορώ να επιβεβαιώσω ότι οι τράπεζες βρίσκονται στο επίκεντρο της καθημερίνοτητας, συμβολίζοντας σε μεγάλο βαθμό τη συγκέντρωση πλούτου στα χέρια ορισμένων ανθρώπων, γεγονος που καθιστά αδύνατο για τους υπόλοιπους να μπορέσουν να σχεδιάσουν το μέλλον τους εκεί. Η ταινία θέλει να αναδείξει  αυτήν την πραγματικότητα. Να προβάλει τις επιπτώσεις της στην πυρηνική οικογένεια, στην αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων, στην αυξηση της φτώχειας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τομπι και ο Τάνερ προσπαθούν να επιβιώσουν έχοντας στην ιδιοκτησία τους 100 ζώα και ένα κομμάτι άγονης γης. Δεν μπορείς παρά να συνειδητοποιήσεις ότι ο μοναδικός τρόπος για να αλλάξεις αυτήν την πραγματικότητα, είναι τα λεφτά.

Ένας ranger στην τελευταία του αποστολή. Ο Τζεφ Μπρίτζες στο ρόλο του Μάρκους.

Ο Μπρίτζες συμμετείχε στο ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ κυρίως εξαιτίας της σύγχρονης ματιάς με την οποία η ταινία αντιμετώπιζε τη αιώνια μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό. «Τα  βαθύτερα κίνητρα των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων είναι πολύπλοκα. Δεν είσαι ποτέ σίγουρος ποιοι είναι οι κακοί, οι καλοί, ή ποιανού το μέρος πρέπει να πάρεις. Όλοι έχουμε την τάση να κρίνουμε τα κίνητρα των άλλων στη ζωή, αλλά σε αυτή την ιστορία, το κεντρικό θέμα δεν είναι το ποιος είναι σωστός και ποιος λάθος. Και ίσως κάθε χαρακτήρας, ξεχωριστά,έχει ένα κομμάτι από τα δύο αυτά στοιχεία, γεγονός ιδιαίτερα ενδιαφέρον.»

Για να προετοιμαστεί για το ρόλο, ο Μπρίτζες και ο Μακένζι άρχισαν να σκαλίζουν την ιστορία και να ερευνούν για την έννοια της αλληλεγγύης μεταξύ των rangers (αστυνομικοί/ φύλακες). «Μιλήσαμε πολύ για την καθημερινότητα ενός Texas Ranger, για τους κώδικές, την ηθική, την τιμή τους. Είναι οι επίλεκτοι μεταξύ των αστυνομικών, επιφορτισμένοι με την επιβολή του νόμου. Αλλά ο Μάρκους έχει φτάσει στο τέλος της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας. Η ταινία ξεκινά με αυτόν να λαμβάνει επιστολή ανωτέρου του, όπου του ανακοινώνει πως έφτασε η ώρα να συνταξιοδοτηθεί. Έχει περάσει ολόκληρη τη ζωή του κυνηγώντας τους κακούς και επιλύοντας εγκλήματα και τώρα πρέπει να ετοιμαστεί για την τελευταία του αποστολή. Πολλοί άνθρωποι θα ταυτιστούν μαζί του.»

Ο Μπρίτζες διεξάγοντας και τη δική του προσωπική έρευνα στη ζωή των rangers, μίλησε με τον θείο του Τέιλορ Σέρινταν, τον αστυνόμο Parnell McNamara που είχε έδρα το Τέξας, αλλά πέρασε επίσης χρόνο και με τον Χοακίν Τζάκσον, το φημισμένο τεξανό ranger που έγινε σύμβολο της επιβολής του νόμου στο Τέξας μετά την εμφάνισή του στο εξώφυλλο του Texas Monthly. 

Ωστόσο, πάνω απ ‘όλα, ο Μπρίτζες αναφέρει ότι η ταινία έδωσε την ευκαιρία στους ηθοποιούς να σκάψουν βαθιά στο φως και στο σκοτάδι της απώλειας και της εκδίκησης.

Αδερφοί – κακοποιοί: Ο Κρις Πάιν και ο Μπεν Φόστερ ενσρκώνουν τον Τόμπι και Τάνερ Χάουαρντ

Αν o Τζεφ Μπρίτζες, o Τεξανός ranger Μάρκους, είναι η καρδιά της ταινίας ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ, ο στόχος του, ο χαμηλών τόνων Τόμπι Χάουαρντ, που αποκλίνει από το προφίλ ενός συνηθισμένου παραβάτη, είναι το ηθικό του συμπλήρωμα. Ο Τόμπι δεν είναι ένας συνηθισμένος ληστής τραπεζών. Μπλέκεται στην ιστορία, αναζητώντας την προσωπική του εξιλέωση.

Για τον Κρις Πάιν, η μεγάλη επιθυμία να παίξει τον Τόμπι, βγάζοντας στο φως όλες τις συναισθηματικές του διακυμάνσεις,  ξεκίνησε από μια κουβέντα που είχε με τον Τέιλορ Σέρινταν. «Ο Τέιλορ μου μίλησε για την καταγωγή του, για αυτά που τον εμπνέουν, για το προσωπικό του ενδιαφέρον για το θάνατο της Δύσης, έτσι όπως την ξέραμε. Το σενάριό του επικεντρώνεται στους ανθρώπους που προσπαθούν να συνδεθούν μεταξύ τους, όσο δύσκολο και να είναι αυτό.»

Ο Σέρινταν ήταν εξίσου εντυπωσιασμένος από τον Κρις. «Ο Κρις συνειδητοποιούσε ότι ο Τόμπι είχε αποτύχει ως πατέρας, είχε λυγίσει και ξεφτίσει και ο τρόπος που χρησιμοποίησε αυτές τις πληροφορίες για να φτάσει στον πυρήνα του χαρακτήρα του είναι μια πραγματική απόδειξη του ταλέντου του. Υπάρχει μία ποιότητα σε αυτόν, παρόμοια με αυτή του Γκάρι Κούπερ.»

Ο Κρις Πάιν αισθάνθηκε μια αυτόματη συμπάθεια για την ετοιμότητα του Τόμπι να θυσιάσει τον εαυτό του για να δώσει στα παιδιά του την ευκαιρία που ο ίδιος και ο Τάνερ δεν είχαν ποτέ. «Ο δρόμος του είναι δύσκολος. Είναι χωρισμένος και έχει να δει πάνω από χρόνο τα δύο του παιδιά. Καθώς είχε αναλάβει τη φροντίδα της μητέρας του -που στο μεταξύ πέθανε – δεν μπορούσε να πληρώνει διατροφή για τα παιδιά του, ενώ ταυτόχρονα είχε πάρει δάνειο από την τράπεζα, έχοντας υποθηκεύσει τη γη του. Ο μόνος τρόπος για να πάρει πίσω το σπίτι του- και να αφήσει κάποια κληρονομιά στα παιδιά του – είναι να ληστέψει την ίδια την τράπεζα που τον έχει καταστρέψει. Το κάνει αυτό για να προστατεύσει την οικογένειά του.»

Ο Τάνερ είναι μακράν πιο παρορμητικός και συγκρουσιακός από τον Τόμπι, ωστόσο έχει ποιότητες που τον κάνουν να ξεχωρίζει από το στερεότυπο ενός πρώην κατάδικου. Για εκείνον, δεν υπήρχε άλλος δρόμος, παρά η παρανομία, οπότε είναι αποφασισμένος να κάνει αυτό που έχει στο κεφάλι του, άσχετα με το ρίσκο που παίρνει. Ταυτόχρονα όμως είναι και έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα για τον αδερφό του, τον Τόμπι, να τον προστατεύσει με κάθε τρόπο. Η αγάπη μεταξύ τους είναι αδιαπραγμάτευτη. Μπορεί να μαλώνουν, να βρίζονται, να μη μιλούν ο ένας στον άλλο. Όμως ταυτόχρονα, ρισκάρουν τα πάντα, γνωρίζοντας ότι μπορούν να εμπιστευτούν ο ένας τον άλλο.

Αν και ο Τάνερ δεν έχει ακολουθήσει ποτέ τον εύκολο ή ίσιο δρόμο, ο  Φόστερ διαπιστώνει ότι έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο ν’ αρπάζει τη ζωή από τα μαλλιά. Αγαπά τη ζωή, εκτιμά την κάθε στιγμή, γιατί δεν ξέρει τι του ξημερώνει. Έχει υποστεί κακοποίηση, φυλακή και μια ζωή γεμάτη κακουχίες. Είναι από τους τύπους που θέλουν να ρουφούν το μεδούλι της ζωής. Να κάνουν τα πράγματα να συμβαίνουν. Δεν έχει χρόνο για χάσιμο.

Ο άρχοντας του κάμπου: Ο Τζιλ Μπέρμινγχαμ παίζει τον Αλμπέρτο Πάρκερ

Ακριβώς όπως ο Τάνερ είναι η άλλη όψη του νομίσματος για τον Τόμπι, έτσι και ο Αλμπέρτο Πάρκερ είναι η άλλη όψη για τον ranger Μάρκους Χάμιλτον. O Αλμπέρτο είναι μιγάς, με καταγωγή από τη φυλή Κομάντσε του Τέξας. Δεν κρύβει την αγάπη του για τον Μάρκους, παρόλο που αυτός, συχνά τον περιπαίζει.  Το ρόλο ενσαρκώνει ο  Τζιλ Μπέρμιγχαμ, που είναι και ο ίδιος Κομάντσε και μας είναι γνωστός από τη συμμετοχή του στο Twilight.

Ο Αλμπέρτο, που έχει το επώνυμο του Κουάνα Πάρκερ, του τελευταίου επικεφαλής των Κομάντσε, παρόλο που στέκεται από τη μεριά του νόμου και της τάξης, γνωρίζει για την απώλεια της γης και τις οικονομικές ευκαιρίες που υφέρπαξαν από τους  Κομάντσε τον 19ο αι. και το πώς η καταστροφή αυτή, ολοκληρώθηκε τον 21ο αι.

Ο Ντέιβιντ Μακένζι θεωρεί ότι ο Μπέρμιγχαμ ενσάρκωσε τον Αλμπέρτο με διακριτικότητα και ειλικρίνεια. Ήταν σαφές ότι μεταξύ εκείνου και του Τζεφ υπήρχε πραγματική χημεία και φιλία. Προσέδωσε λεπτό χιούμορ και ανθρωπιά στον στωικό χαρακτήρα του Αλμπέρτο, ο οποίος είναι ολοκληρωτικά αφοσιωμένος στην υπηρεσία του, προσπαθώντας να παντρέψει την καταγωγή του και την παράδοσή του με την πραγματικότητα στην οποία ζει και δουλεύει.  Ο Μακένζι αναφέρει ότι ήταν πολύ μεγάλη τιμή για αυτόν το ότι ο Τζιλ έκοψε τα μακριά μαλλιά του – κάτι που δεν είχε κάνει για δεκαετίες – προκειμένου να παίξει το ρόλο του Αλμπέρτο.

Οι Κομάντσε σήμερα – Ο σχεδιασμός της ταινίας

Καθ ‘όλη τη διάρκεια της ταινίας η κάμερα του Ντέιβιντ Μακένζι μας υπενθυμίζει τις αντιθέσεις του Δυτικού Τέξας: την αποπνικτική ζέστη και την ψυχρή αποξένωση, την πλούσια ιστορία και τους αποκομμένους δεσμούς, τις παρατημένες πόλεις και τα επίμονα όνειρα, τις διαλυμένες οικογένειες και τους στενούς δεσμούς αγάπης. Το μινιμαλιστικό του στιλ που επικεντρώνεται εντατικά στις ειλικρινείς, άμεσες ερμηνείες και στη φωτογραφία – προσδίδει στον κόσμο του Τόμπι, του Τάνερ, του Μάρκους και του Αλμπέρτο μια καθηλωτική ποιότητα που βυθίζει το κοινό σε εσωτερικά διλήμματα, καθώς ξεδιπλώνεται η δράση.

Για αιώνες, το Δυτικό Τέξας ήταν η γη των ιθαγενών Κομάντσε, που ακόμα και αφού το Τέξας κέρδισε την ανεξαρτησία του από το Μεξικό, είχαν στην κατοχή τους τις πεδιάδες του. Καθώς τα σύνορα άνοιξαν, ο παραδοσιακός  τρόπος ζωής των Comanche καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό και το Δυτικό Τέξας έγινε τόπος εκτροφής ζώων και καλλιέργειας εδαφών, αλλά και εξόρυξης κοιτασμάτων πετρελαίου. Σήμερα, η περιοχή παραμένει ένα χωνευτήρι ιθαγενών Αμερικανών, Λατινοαμερικάνων, και καουμπόηδων. Ωστόσο, ενώ κάποιοι έχουν γίνει πλούσιοι εξαιτίας του πετρελαίου, άλλοι ζουν σε συνθήκες φτώχειας, παλεύοντας με τα ναρκωτικά και το έγκλημα, ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού εγκαταλείπει τις μικρές πόλεις.

«Είναι μια εκρηκτική εποχή για το Τέξας», λέει ο Τέιλορ Σέρινταν. «Για ένα διάστημα οι τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν, αλλά μετά ήρθε ξηρασία και η βιομηχανία των βοοειδών καταστράφηκε και αυτή. Όταν αργότερα ξεκίνησαν και πάλι οι μεγάλες βροχές, οι τιμές του πετρελαίου συνέχισαν να πέφτουν. Πολλοί νέοι άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει την περιοχή, διότι οι θέσεις εργασίας είναι λίγες και κακοπληρωμένες. Όσοι παραμένουν προσπαθούν να διαφυλάξουν την κληρονομιά τους με όλους τους δυνατούς τρόπους.»

Ακόμα και αν οι περισσότεροι θεωρούν τον τόπο αυτό ζοφερό και αφιλόξενο, η κάμερα του Μακένζι ανακάλυψε την ομορφιά και την ανθρωπιά του. Τόσο ο ίδιος, όσο και ο διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας, Τζιλ Νάτγκενς που έχει καταγωγή από τη Σκοτία -όπως και ο Μακένζι –  αγάπησαν το φως και τη λιτή αρχιτεκτονική του τοπίου. Παρατηρώντας με τα μάτια δύο ξένων, είδαν την ομορφιά ενός τόπου που πολλοί Αμερικανοί θεωρούν θαμπό και καταθλιπτικό. Στο μυαλό τους, το απέραντο τοπίο της ερήμου θύμιζε τη θάλασσα, κάτι που αισθάνθηκε και ο Τζεφ Μπρίτζες όταν πρωτοείδε το μέρος.

Για να αιχμαλωτίσει αυτήν την έρημο – ωκεανό ο Μακένζι συνεργάστηκε με μια ομάδα που περιλαμβάνει σταθερούς συνεργάτες του, όπως τον κινηματογραφιστή Νάτγκενς (Water, Hallam Foe),  τον σχεδιαστή παραγωγής Τομ Ντάφιλντ (Broken City, Lone Survivior), τη σχεδιάστρια κοστουμιών Μαλγόζια Τουρζάνσκα (Ain’t Them Bodies Saints).

Ο Ντάφιλντ ήταν ενθουσιασμένος που μπορούσε να ανακαλύψει πόλεις του Νέου Μεξικού, όπως τις Moriarty, Estancia, Tucumcari, και μόλις λίγα μίλια έξω από τα σύνορα με το Δυτικό Τέξας, τις πόλεις Clovis και Portales. Ο Νάτγκενς και ο Ντάφιλντ χρησιμοποίησαν αυτές τις πόλεις ως καμβά, αλλά ταυτόχρονα διοργάνωσαν με τον Μακένζι και ένα ταξίδι στο Τέξας. Επέλεξαν να αξιοποιήσουν δύο ψηφιακές κάμερες τελευταίας τεχνολογίας και κλασικό σινεμασκόπ για να δημιουργήσουν μία αισθητική που να είναι ταυτόχρονα σύγχρονη, αλλά και ρετρό. Ο ρυθμός της ταινίας ήταν επίσης πολύ σημαντική παράμετρος. Παράλληλα με έναν γρήγορο, συναρπαστικό ρυθμό, ήθελαν να εστιάσουν στους τέσσερις άνδρες. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της μεγάλης ληστείας, η δράση δεν είναι καταιγιστική, επειδή το σημαντικό ήταν οι συναισθηματικές αντιδράσεις του Τόμπι και Τάνερ και όχι οι πυροβολισμοί.

Τα σετ προσομοίαζαν στο τοπίο, οπότε χρησιμοποιήθηκαν γήινα χρώματα, αποχρώσεις καφέ, μπεζ και πράσινου. Ο Τόμπι και ο Τάνερ προστατεύουν τη γη. Και μόνο μέσω της γης μπορούν να εξασφαλίσουν το μέλλον τους. Οπότε, το τοπίο σε αυτή την ταινία έχει κεντρικό ρόλο, προσθέτει στα γεγονότα.

Για τις τράπεζες που o Τόμπι και o Τάνερ ληστεύουν, ο Ντάφιλντ έκανε γυρίσματα σε εγκαταλειμμένα υποκαταστήματα τραπεζών, καθώς και στην Western Bank στο Clovis, στο Νέο Μεξικό (που χρησιμοποιήθηκε ως υποκατάστημα της Texas Midlands.) Ήταν σημαντικό για την παραγωγή να γίνουν σκηνές σε πραγματικές τράπεζες, παρόλο που οι περισσότερες δεν ήθελαν να το επιτρέψουν για προφανείς λόγους. Ωστόσο, η Western Bank έκλεισε για μία μέρα ένα υποκατάστημά της ώστε να γυριστούν σκηνές με πυροβολισμούς στο εσωτερικό της και το αποτέλεσμα ήταν πραγματικά εκπληκτικό.

Το συναρπαστικό με αυτήν την ταινία είναι ότι προσπαθεί να κάνει κάτι κλασικό, χρησιμοποιώντας μια εξαιρετική αφήγηση. Όπως παρατηρεί ο Νάτγκενς, «ο κινηματογράφος είναι ένα ντοκουμέντο. Και παρόλο που αυτή η ταινία βασίζεται στο θρύλο της Άγριας Δύσης, έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με το πώς ζουν και σχετίζονται οι άνθρωποι στο εδώ και τώρα.»

Leave a Reply