ΤΟ ΑΥΤΟ – IT

Το ΑυτόH New Line Cinema,

σε συνεργασία με την Ratpac-Dune Entertainment,

παρουσιάζουν μια παραγωγή των Vertigo Entertainment/Lin Puctures,

μια παραγωγή της Katzsmith

Το ΑυτόΤΟ ΑΥΤΟ – IT

Πρωταγωνιστούν:

Μπιλ Σκάρσγκαρντ, Τζέιντεν Λίμπερερ, Τζέρεμι Ρεϊ Τέιλορ, Σοφία Λίλις, Φιν Γούλφχαρντ, Γουάιατ Όλεφ, Τσόουζεν Τζέικομπς, Τζακ Ντίλαν Γκρέιζερ και Νίκολας Χάμιλτον
Σκηνοθεσία Άντι Μουσιέτι

Σενάριο:  Τσέιζ Πάλμερ, Κάρι Φουκουνάγκα, Γκάρι Ντόμπερμαν

Παραγωγή: Ρόι Λι, Νταν Λιν, Σεθ Γκράχαμ-Σμιθ, Ντέιβιντ Κάτζενμπεργκ, Μπάρμπαρα Μουσιέτι
Φωτογραφία: Τσανγκ-Χουν Τσανγκ
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Κλοντ Παρέ

Μοντάζ: Τζέισον Μπάλανταϊν

Μουσική: Μπένζαμιν Γουόλφις

Κοστούμια: Τζάνι Μπράιαντ

Διάρκεια: 135’

Ημερομηνία Εξόδου: 28 Σεπτεμβριου
Διανομή: Tanweer

Facebook Page – https://www.facebook.com/tanweergreece

Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Stephen King που κυκλοφορεί στα ελληνικά

σε νέα, πλήρη μετάφραση και σε δύο τόμους από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος

ΣΥΝΟΨΗ

Θα επιπλεύσεις και εσύ!

«Το Αυτό» ένα από τα πλέον αγαπημένα βιβλία τρόμου του Στίβεν Κινγκ με φανατικούς αναγνώστες σε όλο τον κόσμο ετοιμάζεται να τρομάξει και τους κινηματογραφικούς θεατές, σε σκηνοθεσία του Άντι Μουσιέτι («Mama»).

Με χρονολογία κυκλοφορίας το 1986 αποτελεί ένα από τα καλύτερα βιβλία τρόμου των τελευταίων δεκαετιών και ένα από τα καλύτερα βιβλία στην πλούσια βιβλιογραφία του συγγραφέα.

Η ταινία TO AYTO ξετυλίγει την ιστορία επτά παιδιών, που μεγαλώνουν στην αμερικανική κωμόπολη του Ντέρι, στην πολιτεία Μέιν, και έχουν δημιουργήσει την «Λέσχη των Λούζερ», καθώς για διαφορετικούς λόγους ο καθένας έχουν περιθωριοποιηθεί από τις παρέες των συνομηλίκων τους. Την ίδια στιγμή, το Ντέρι είναι το λημέρι ενός διαβολικού κλόουν, του Πένιγουαϊζ, που κάθε 27 χρόνια, βγαίνει από τους υπονόμους της πόλης, αρπάζει παιδιά και σπέρνει τον τρόμο στην πόλη.

Στην ταινία, «Το Αυτό» πρωταγωνιστεί ο Μπιλ Σκάρσγκαρντ («Allegiant», τηλεοπτική σειρά «Hemlock Grove») ως ο βασικός κακός της ιστορίας, Πένιγουαϊζ.  Στην ταινία πρωταγωνιστούν επίσης οι νεαροί ηθοποιοί Τζέιντεν Λίμπερερ («Midnight Special»), Τζέρεμι Ρεϊ Τέιλορ («Alvin and the Chipmunks: The Road Chip»), Σοφία Λίλις («37»), Φιν Γούλφχαρντ (τηλεοπτική σειρά «Stranger Things»), Γουάιατ Όλεφ («Guardians of the Galaxy»), Τσόουζεν Τζέικομπς (επερχόμενο «Cops and Robbers»), Τζακ Ντίλαν Γκρέιζερ («Tales of Halloween»), Νίκολας Χάμιλτον («Captain Fantastic») και Τζάκσον Ρόμπερτ Σκοτ, στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο.

Ο Μουσιέτι σκηνοθετεί σε προσαρμοσμένο σενάριο των Τσέις Πάλμερ, Κάρι Φουκουνάγκα και Γκάρι Ντόμπερμαν. Το ομώνυμο βιβλίο, στο οποίο βασίζεται η ταινία, κυκλοφορεί σε νέα, πλήρη μετάφραση από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Εσύ, τι φοβάσαι;

Μεταφέροντας για πρώτη φορά το διάσημο  μπεστ σέλερ του Στίβεν Κινγκ (που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1986, και του οποίου ο αινιγματικά σύντομος τίτλος αναφέρεται στον κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας, τον  σατανικό κλόουν, Πένιγουαϊζ ) στη μεγάλη οθόνη, ο σκηνοθέτης της ταινίας Άντι Μουσιέτι αναφέρει: «Όλοι μας φοβόμαστε κάτι, οπότε μπορούμε να ταυτιστούμε εύκολα με την ιστορία. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο τρομακτικό από κάτι που σου επιτίθεται χρησιμοποιώντας αυτό που σε φοβίζει περισσότερο». Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει καλύτερος συγγραφέας για ν’ αντιπαραβάλλει τον τρόμο με την εμπειρία του να μεγαλώνεις, από τον Στίβεν Κινγκ.

Ο Μπιλ Σκάρσγκαρντ, ο οποίος ανέλαβε το ρόλο του Πένιγουαϊζ, λέει: «Ήμουν πολύ εξοικειωμένος με τον χαρακτήρα του Πένιγουαϊζ, από παιδί. Μου είχε κάνει πολύ εντύπωση το ότι επειδή θεωρούσε ότι ο φόβος νοστιμίζει τη σάρκα, προσπαθούσε να κάνει τα παιδιά να φοβηθούν, πριν τα καταβροχθίσει».

Στήνοντας την ταινία, η ομάδα παραγωγής γνώριζε ότι η πρόκληση του να μεταφέρει ένα διάσημο και ταυτόχρονα πολυσέλιδο βιβλίο στη μεγάλη οθόνη θα ήταν τεράστια. Και γι’ αυτό, αποφάσισε να επικεντρωθεί στο πρώτο μισό του βιβλίου, όταν δηλαδή τα μέλη της Λέσχης των Λούζερ είναι ακόμα παιδιά.

Υπήρξε μια ακόμη σημαντική αλλαγή που αποφασίστηκε να γίνει στην προσαρμογή του σεναρίου. Αν και ο Κινγκ είχε τοποθετήσει το πρώτο μέρος του μυθιστορήματός του στη δεκαετία του 1950, αποφασίστηκε να μετατοπιστεί η ιστορία στη δεκαετία του 1980. Η Μπάρμπαρα Μουσιέτι εξηγεί: «Η δεκαετία του ’50 είναι η δεκαετία στην οποία μεγάλωσε ο Στίβεν Κινγκ και η γενιά του, οπότε και το βιβλίο αντικατοπτρίζει τους φόβους εκείνων των χρόνων. Ο ίδιος ο Κινγκ πάντα έλεγε ‘Να γράφεις μόνο για ό,τι γνωρίζεις’. Έτσι και εμείς, αποφασίσαμε να κάνουμε μια ταινία γι’ αυτό που γνωρίζουμε – τη δεκαετία του ’80 – και να θυμηθούμε εκείνα που μας φόβιζαν τότε». Ο Άντι Μουσιέτι προσθέτει: «Στη δεκαετία του ’50, τα παιδιά φοβόντουσαν πολύ διαφορετικά πράγματα, όπως τα τέρατα που έβλεπαν στις ταινίες της εποχής, και γι΄ αυτό και ο Πένιγουαϊζ παίρνει συχνά τη μορφή τους στο βιβλίο».

Ο συγγραφέας Στίβεν Κινγκ σημειώνει: «Η ταινία διαφοροποιείται αρκετά από το βιβλίο, αλλά το σημαντικό είναι ότι διατηρήθηκε ο πυρήνας της ιδέας, ότι δηλαδή ο Πένιγουαϊζ αρπάζει αυτά τα παιδιά, ανακαλύπτοντας τους φόβους τους και παίρνοντας ακριβώς τη μορφή των φόβων τους. Ο Άντι το κατάλαβε αυτό καλά και μας έκανε περήφανους με την ταινία του».

Η ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΛΟΥΖΕΡ

Αν καταφέρουμε να μείνουμε ενωμένοι, θα νικήσουμε!

Τα παιδιά που ανήκουν στη «Λέσχη των Λούζερ» είναι η καρδιά και η ψυχή της ταινίας. Ο καθένας από αυτούς τους εφήβους έχει υποστεί bullying από τους συμμαθητές του, και αν δεν μπορεί να αντιμετωπίσει εκείνους, πόσο καλά μπορεί να τα καταφέρει απέναντι στον Πένιγουαϊζ. Ωστόσο, όταν είναι όλοι μαζί επιδεικνύουν ένα ιδιαίτερο θάρρος που σφυρηλατείται από τη φιλία και την αποφασιστικότητά τους να σώσουν τόσο τους εαυτούς τους, αλλά και την πόλη τους.

Ο Κινγκ αποκαλύπτει ότι είχε έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο που επέλεξε οι ήρωες στο μυθιστόρημά του να είναι παιδιά. «Υπάρχει ένα μεταβατικό σημείο, που τα παιδιά είναι πολύ μεγάλα για να πιστέψουν στον Άγιο Βασίλη, αλλά εξακολουθούν να φοβούνται ότι υπάρχει κάτι κάτω από το κρεβάτι τους όταν σβήνουν τα φώτα. Ήθελα να δείξω τι μπορεί να συμβεί αν αυτά τα παιδιά, που δεν είναι πολύ μικρά σε ηλικία ώστε να θεωρούνται εντελώς ανίσχυρα, είναι τα μόνα που έχουν την ικανότητα να δουν και να πολεμήσουν αυτό το πλάσμα επειδή ακριβώς εξακολουθούν να πιστεύουν σε τέρατα».

Για να βρει τους ηθοποιούς που θα έπαιζαν τους ρόλους των παιδιών, η ομάδα παραγωγής ξεκίνησε μια εξαντλητική αναζήτηση, δοκιμάζοντας εκατοντάδες υποψηφίους. Δεν έπρεπε απλά να βρεθούν οι κατάλληλοι ηθοποιοί, αλλά να έχουν και την απαιτούμενη χημεία μεταξύ τους, ώστε να βγάζουν προς τα έξω ότι είναι ομάδα.

Ο Τζέιντεν Λίμπερερ παίζει τον ντροπαλό Μπιλ Ντένμπροου, τον οποίο στοιχειώνει η θύμηση του μικρότερου αδελφού του, Τζορτζ (Τζάκσον Ρόμπερτ Σκοτ). Η βίαιη δολοφονία του μικρού αγοριού, που όλοι φωνάζουν Τζόρτζι,  γίνεται ο καταλύτης για την ιστορία και για το προσωπικό ταξίδι του Μπιλ.

Ο καλύτερος φίλος του Μπιλ είναι ο Ρίτσι Τόζιερ, ένας πολυλογάς πλακατζής. Ο Φιν Γούλφχαρντ, ο οποίος παίζει τον ρόλο, λέει: «Ο Ρίτσι αγαπά τα βιντεοπαιχνίδια και την τηλεόραση, όπως και‘ γω. Είναι ο χωρατατζής της παρέας, αν και πολλές φορές οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν τ’ αστεία του, οπότε απλά τους σπάει τα νεύρα. Όταν εξαφανίζεται ο Τζόρτζι, τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται πιο σοβαρά και ο Ρίτσι αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι κάτι πολύ κακό συμβαίνει στο Ντέρι… με το οποίο δεν είναι να κάνεις πλάκα».

Η Σοφία Λίλις παίζει το μοναδικό κορίτσι της Λέσχης των Λούζερ, την Μπέβερλι Μαρς, που έχει τη δύναμη να επηρεάζει πολύ τους συνομηλίκους της. Επειδή η οικογενειακή της ζωή δεν είναι ιδιαίτερα ομαλή, είναι μία από τους πιο δυνατούς  χαρακτήρες της παρέας. Είναι ανεξάρτητη και δρα σαν να μην νοιάζεται για το τι σκέφτονται οι άλλοι. Στην πραγματικότητα ωστόσο, θέλει να έχει φίλους και να συμμετέχει. Απλά φοβάται μην καταλήξει σαν τον πατέρα της. Έτσι απομακρύνεται από όλους… μέχρι που γίνεται δεκτή στο Κλαμπ.

Ο Τζακ Ντίλαν Γκρέιζερ παίζει τον Έντι Κάσμπρακ, ένα υποχόνδριο τύπο, που δεν κάνει βήμα χωρίς την παραγεμισμένη με φάρμακά, συσκευές εισπνοής για το άσθμα και απολυμαντικά, τσάντα του. «Ο Έντι είναι ένα νευρωτικό παιδί», παραδέχεται ο Γκρέιζερ. «Είναι παρανοϊκός με τα μικρόβια εξαιτίας της μητέρας του και αυτό καταστρέφει την κοινωνική του ζωή. Αλλά δεν είναι τελικά και τόσο αδύναμος όσο τον έχουν μάθει να πιστεύει. Αντιμετωπίζοντας τον Πένιγουαϊζ με τους φίλους του, διαπιστώνει πόσο δυνατός είναι».

Ο Στάνλεϊ Ούρις, που παίζει ο Γουάιτ Όλεφ, είναι ο πιο επιφυλακτικός. Πάσχει από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (OCD) και δεν αντέχει την αταξία. Η παρουσία του Πένιγουαϊζ όχι μόνο τον φοβίζει, αλλά τον προσβάλει. Δεν μπορεί να διαχειριστεί το ότι ένα τέτοιο τέρας έχει εισβάλει στην πραγματικότητά του. Λίγο πριν κλείσει τα 13, ο Στάνλεϊ υποτίθεται ότι πρέπει να μελετά σχολαστικά για το Bar Mitzvah (ιεροτελεστία κατά την οποία κάποιος βαπτίζεται Εβραίος). Και ο πατέρας του, που είναι Ραβίνος, δυσφορεί έντονα που το κυνήγι του Πένιγουαϊζ αποσπά την προσοχή του.

Ο Τζέρεμι Ρέι Τέιλορ παίζει τον Μπεν Χάνσκομ, ο οποίος μπαίνει στο Κλαμπ, λίγο μετά τη βίαιη επίθεση που του έχει γίνει – όχι από τον Πένιγουαϊζ – αλλά από τους Μπόουερς, μια ντόπια συμμορία βίαιων κακοποιών που σπέρνει το φόβο στους δρόμους του Ντέρι, στοχεύοντας τα πιο αδύναμα και ευάλωτα παιδιά. Ο Μπεν μπορεί να μην έχει και την καλύτερη φυσική κατάσταση, αλλά είναι ο πιο έξυπνος της παρέας. Τον ελεύθερο χρόνο του, τον περνά στη βιβλιοθήκη. Είναι εκείνος που αποκαλύπτει την ανησυχητική ιστορία των δολοφονιών και των αγνοουμένων στο Ντέρι, εντυπωσιάζοντάς τους όλους. Ποτέ δεν είχε φίλους και σκέφτεται ότι το γεγονός ότι ανήκει στη Λέσχη των Λούζερ, είναι το πιο σπουδαίο πράγμα που του έχει συμβεί στη ζωή του».

Ο τελευταίος που συμμετέχει στο Κλαμπ είναι ο Μάικ Χάνλον, που παίζει ο Τσόουεν Τζέικομπς. «Ο Μάικ είναι ένα πολύ προσγειωμένο παιδί», λέει ο Τζέικομπς. «Ζει πολύ ταπεινά έξω από την πόλη, όπου κυριαρχούν ακόμα φυλετικές προκαταλήψεις, οπότε ως Αφροαμερικανός, πάντα αισθανόταν περιθωριοποιημένος. Το να είναι μέλος του Κλαμπ σημαίνει πολλά για αυτόν γιατί εκεί βρίσκονται οι μόνοι αληθινοί φίλοι που είχε ποτέ».

Η αλληλεγγύη και η αγάπη είναι τα πιο ισχυρά όπλα των Λούζερ, στον αγώνα τους εναντίον του Πένιγουαϊζ. Η Μπάρμπαρα Μουσιέτι αναφέρει: «Ο μόνος τρόπος για να επιβιώσουν είναι να μείνουν ενωμένοι και να αντιμετωπίσουν τους εσωτερικούς και τους εξωτερικούς τους δαίμονες». Οι ηθοποιοί το κατάλαβαν πολύ νωρίς αυτό, και ο δεσμός που δημιουργήθηκε μεταξύ τους, αποτυπώθηκε και στους χαρακτήρες που ενσαρκώνουν. Πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα, οι δημιουργοί της ταινίας, τους έφεραν σε επαφή για να γνωριστούν, ενώ συνειδητοποιώντας ότι δεν είχαν γεννηθεί ακόμη όταν γράφτηκε η ιστορία, ο Γκράχαμ Σμιθ τους έδωσε έναν «οδηγό» της δεκαετίας του ’80: ένα άλμπουμ με τις ταινίες, τη μουσική, τα βιντεοπαιχνίδια, τα ρούχα και άλλα αντικείμενα της εποχής, αλλά και πληροφορίες σχετικά με τις λέξεις που χρησιμοποιούνταν, ή φωτογραφίες από καθημερινές συσκευές, όπως το τηλέφωνο. Όλοι έμειναν έκπληκτοι από το πόσο έδεσαν τα παιδιά εκτός κάμερας. Έγιναν αχώριστα, ξενυχτούσαν βραδιές ολόκληρες συζητώντας, έβλεπαν μαζί ταινίες, έπαιζαν καραόκε.

Παρά τους τρομερούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα παιδιά τους, οι ενήλικες στο Ντέρι φαίνονται απρόθυμοι – ή ανίκανοι – να τα βοηθήσουν. Κλείνουν τα μάτια τους μπροστά στο τέρας που έχει κάνει την εμφάνισή τους στην πόλη τους. Η απάθεια τους, ακόμη και όταν γίνονται μάρτυρες πράξεων βίας, είναι μια ανατριχιαστική υπενθύμιση του πως ο Πένιγουαϊζ έχει κυριεύσει την πόλη. Ο Γκράχαμ-Σμιθ προσθέτει: «Οι αφίσες με τα εξαφανισμένα παιδιά τοιχοκολλούνται η μία πάνω στην άλλη, και κανείς δεν κάνει τίποτα γι ‘αυτό. Οπότε τα παιδιά,  αργά ή γρήγορα, συνειδητοποιούν ότι κανένας ενήλικας, ούτε καν οι γονείς τους, δεν μπορούν να τους βοηθήσουν ή να χειριστούν αυτή την κατάσταση. Και όταν είσαι παιδί, αυτή η συνειδητοποίηση είναι πολύ τρομακτική!»

ΠΕΝΙΓΟΥΑΪΖ

Η ομάδα παραγωγής γνώριζε ότι ο ηθοποιός που θα έπαιζε τον Πένιγουαϊζ θα επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό το τελικό αποτέλεσμα. Μετά από μια εκτεταμένη διαδικασία, επέλεξαν τον Μπιλ Σκάρσγκαρντ για τον πολυπόθητο ρόλο. «Αυτό που διαπιστώσαμε μιλώντας με τον Μπιλ», λέει η Μπάρμπαρα Μουσιέτι, «ήταν ότι ο τρόπος που έβλεπε τον Πένιγουαϊζ ήταν ακριβώς ο ίδιος με εκείνον του Άντι». Ο σκηνοθέτης επιβεβαιώνει: «Με γοήτεψε η ερμηνεία του στην οντισιόν, αλλά και μετέπειτα. Ανακάλυπτα συνεχώς καινούρια πράγματα μαζί του. Όχι μόνο προσέδωσε  μυστήριο και ενδιαφέρον στο χαρακτήρα, αλλά είχε τα κότσια να δουλέψει πάνω στην εκκεντρική θεατρικότητα του Πένιγουαϊζ».

Υπήρξε και άλλη μία ικανότητα του ηθοποιού, ξάφνιασε θετικά τον Μουσιέτι. Ο στραβισμός του Πένιγουαϊζ ήταν κάτι που είχε σκεφτεί από νωρίς ο σκηνοθέτης, γιατί ήθελε ο σατανικός κλόουν να έχει αυτό το τρελό βλέμμα. Όταν το ανέφερε στον Μπιλ, λέγοντάς του ότι αυτό θα το πρόσθετα στο post production, ο ηθοποιός του είπε ότι μπορεί να το κάνει φυσικά! Το αποτέλεσμα είναι αρκετά τρομακτικό, ειδικά όταν συνδυάστηκε με το κίτρινο χρώμα των ματιών (που προστέθηκε στο post production). Εκτός από τα φυσικά χαρακτηριστικά, ο Σκάρσγκαρντ δούλεψε πολύ την ιδιαίτερη φωνή και το μανιακό, τσιριχτό γέλιο του Πένιγουαϊζ.

Δεδομένης της όρεξης του Πένιγουαϊζ για τα παιδιά, ο Μουσιέτι τον φαντάστηκε να έχει παιδική φάτσα, μεγάλα μάτια, μύτη ξωτικού, λεπτά μαλλιά και ροζ μάγουλα. Θεωρούσε ότι δίνοντάς του παιδικά χαρακτηριστικά θα τον έκανε πιο αποκρουστικό εξαιτίας της αντίθεσης που δημιουργείται όταν κάποιος φαίνεται αθώος και γλυκός και παρόλα αυτά είναι ικανός να κάνει τρομακτικά πράγματα.

Οι special effects makeup artists Άλεκ Γκίλις και Τομ Γούντραφ σχεδίασαν και δημιούργησαν ένα διευρυμένο κρανίο, που μοιάζει με τεράστιο πεπόνι, ενώ η όψη του Πένιγουαϊζ ολοκληρώθηκε με μεγάλα, αιχμηρά δόντια, που συχνά στάζουν σάλια. Στο κοστούμι του κλόουν του Πένιγουαϊζ, η σχεδιάστρια κοστουμιών Τζάνι Μπράιαντ ενσωμάτωσε μεσαιωνικά, αναγεννησιακά και ελισαβετιανά στοιχεία, θέλοντας να δείξει ότι βασανίζει το Ντέρι για εκατοντάδες χρόνια.

Τον Μουσιέτι απασχόλησε ιδιαίτερα η πρώτη σκηνή στην οποία θα εμφανιζόταν ο Πένιγουαϊζ, καθώς ήθελε να δημιουργήσει μια δυνατή εικόνα που να χαραχτεί στη μνήμη του κοινού. Στην ίδια λογική, θέλοντας να προκαλέσει το δέος και στους ηθοποιούς που έπαιζαν τα παιδιά της Λέσχης των Λούζερ, φρόντισε ώστε να αντικρύσουν για πρώτη φορά τον Πένιγουαϊζ, στη πρώτη σκηνή που έπαιζαν μαζί του.

ΧΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΝΤΕΡΙ

Όλα τα κακά πράγματα που συμβαίνουν σε αυτή την πόλη είναι εξαιτίας ενός πράγματος. Ενός κακού πράγματος.

Όπως αρχικά σχεδιάστηκε από τον Στίβεν Κινγκ, το Ντέρι βασίζεται στην πόλη Μπανγκόρ, στην πατρίδα του, την πολιτεία Μέιν. Για να έχει μία αίσθηση των σκηνικών, ο Μουσιέτι επισκέφθηκε την Μπανγκόρ, αλλά η κινηματογράφηση εκεί δεν ήταν δυνατή για πρακτικούς λόγους. Αντ ‘αυτού, οι κινηματογραφιστές επέλεξαν να διασχίσουν τα σύνορα, δημιουργώντας το Ντέρι στο δήμο Port Hope, στο Οντάριο του Καναδά.
Ορισμένα άλλα σημαντικά κτίρια της ιστορίας βρέθηκαν ή κατασκευάστηκαν σε άλλα μέρη του Οντάριο, συμπεριλαμβανομένου του εγκαταλελειμμένου σπιτιού στην οδό 29 Νέιμπολτ, που είναι το άντρο του Πένιγουαϊζ. Το εξωτερικό του σπιτιού ξαναχτίστηκε από την αρχή, ενώ για το εσωτερικό η παραγωγή χρησιμοποίησε ένα σπίτι στην οδό Μπλικ. Με την άδεια του ιδιοκτήτη, η παραγωγή τόνισε κάποιες βικτοριανές λεπτομέρειες του σπιτιού και στη συνέχεια έντυσε τους τοίχους με πτώματα, ξερά φύλλα που έμπαιναν από τα σπασμένα παράθυρα και βρωμιά, ενώ κάλυψε τα παράθυρα με εφημερίδες της εποχής. Ήταν σημαντικό να ταιριάξει οπτικά το εσωτερικό και το εξωτερικό του σπιτιού, οπότε προστέθηκαν ρωγμές στην μπροστινή βεράντα που έφταναν μέχρι τα παράθυρα, και στο εσωτερικό, από τα παράθυρα μέχρι το ταβάνι.

Από όλες τις πτυχές της εικονογραφίας του Πένιγουαϊζ, η επικρατέστερη είναι το κόκκινο μπαλόνι. Η ιστορία δεν γίνεται να υπάρξει χωρίς αυτό το μπαλόνι. Ο Μουσιέτι αναφέρει: «αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά, θα διαπιστώσει ότι τα μπαλόνια που κρατά ο Πένιγουαϊζ δεν είναι πραγματικά. Τα δημιουργεί. Αποτελούν επέκταση του σώματός του. Και είναι πραγματικά σουρεαλιστικό και ανησυχητικό να βλέπεις κάτι τόσο οικείο, όπως ένα μπαλόνι, να έχει μία τόσο περίεργη μορφή».

ΤΟ ΑΚΟΥΣΕΣ ΑΥΤΌ;

Αν έρθει ποτέ πίσω, θα επιστρέψουμε και εμείς …

Ο ήχος και η μουσική ήταν απαραίτητα εργαλεία για να εντείνουν το σασπένς και τη συναισθηματική φόρτιση της ταινίας. Σε στενή συνεργασία με τον Άντι Μουσιέτι, οι Κρις Τζένκινς, Μάικλ Κέλερ, Βίκτορ Ρέι Ένις και Πολ Χάκνερ, δημιούργησαν ένα εντυπωσιακό soundscape για να εισάγουν τους θεατές στον τρόμο που έχει σπείρει ο Πένιγουαϊζ στο Ντέρι.

Κατά ειρωνικό τρόπο, η σιωπή ήταν συχνά η επιλογή για την ομάδα του ήχου. Ταυτόχρονα, υπήρξαν και κάποιες λεπτές αλλά ισχυρές ηχητικές πινελιές, που δημιουργούν ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, όπως οι απόκοσμες φωνές στο σπίτι της οδού Νέιμπολτ, οι ήχοι που βγαίνουν από τους υπονόμους ή το γέλιο του που δημιούργησε ο Σκάρσγκαρντ για τον Πένιγουαϊζ.

Η τελευταία πινελιά ήταν η μουσική του Μπέντζαμιν Γουόλφις, ο οποίος, αντανακλώντας την εποχή που εκτυλίσσεται η ιστορία, εμπνεύστηκε από τα σάουντρακ των ταινιών της δεκαετίας του ’80. Τον κάθε χαρακτήρα συνοδεύει το δικό του μουσικό θέμα, όμως όλα συνδέονται με κάποιο τρόπο μεταξύ τους, γιατί ο Γουόλφις ήθελε να δώσει την αίσθηση ότι ο Πένιγουαϊζ επηρεάζει τα πάντα γύρω του. Ιδιαίτερα, το θέμα του Πένιγουαϊζ είναι παιδικό τραγούδι του 17ου αιώνα, το Πορτοκάλια και λεμόνια, που ιστορικοί λένε ότι αναφέρεται σε θυσίες παιδιών.

Ο Στίβεν Κινγκ σχολιάζει, «Οι ταινίες τρόμου είναι ισχυρές. Στους ανθρώπους αρέσει να φοβούνται σε μία κινηματογραφική αίθουσα επειδή αισθάνονται ότι είναι σ’ ένα ασφαλές περιβάλλον, όπου μπορούν να βιώσουν συναισθήματα που δεν μπορούν να έχουν στην πραγματική τους ζωή. ΤΟ ΑΥΤΟ κάνει και κάτι παραπάνω. Δίνει στους θεατές την ευκαιρία να ξαναζήσουν κάποια έντονα συναισθήματα που είχαν, ως παιδιά. Αυτός είναι ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους πιστεύω ότι η ταινία είναι επιτυχημένη».

Leave a Reply