Το τελευταίο σημείωμα – Έφη Παλιοτζήκα

Το Τελευταίο ΣημείωμαΤο τελευταίο σημείωμα
Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης
Σενάριο: Ιωάννα Καρυστιάνη- Παντελής Βούλγαρης
Πρωταγωνιστούν: Ανδρέας Κωνσταντίνου, Μελία Κράιλινγκ, Αντρέ Χένικε

Στη συνέντευξη τύπου που δόθηκε χτες το βράδυ μετά την επίσημη πρεμιέρα του Τελευταίου σημειώματος στο Ολύμπιον (πρώτη επίσημη πρεμιέρα ταινίας που λαμβάνει χώρα στη Θεσσαλονίκη και όχι στην Αθήνα), η Ιωάννα Καρυστιάνη, σχολιάζοντας την επιλογή της συγκεκριμένης σελίδας της ιστορίας των κατοχικών χρόνων ως πρώτη ύλη για την ταινία του συνεργάτη και συζύγου της Παντελή Βούλγαρη, είπε πως «αυτή η ιστορία επιλέχθηκε γιατί εμπεριέχει μέσα της πολλές άλλες», υπογραμμίζοντας την ανάγκη να μιλήσουν κι άλλοι γι’ αυτή την –από πολλούς ξεχασμένη– περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας.

Την 1η Μάϊου του 1944, πολύ κοντά στη λήξη της γερμανικής Κατοχής, πραγματοποιείται στην Καισαριανή η μαζική εκτέλεση διακοσίων κρατουμένων ως αντίποινα στη δράση της Αντίστασης και πιο συγκεκριμένα τη δολοφονία του διοικητή Λακωνίας Κρες και της συνοδείας του. Η ερώτηση στην οποία απαντά η ταινία, είναι απλή: «Άραγε θα μας ξεχάσουν;». Η μνήμη ως φορέας της ιστορίας, ως μόνο αποδεικτικό στοιχείο του τραύματος, οι φωτογραφίες, τα προσωπικά αντικείμενα, τα σημειώματα των φυλακισμένων, το στερνό αντίο του μελλοθάνατου. Η ταινία γίνεται ένας φόρος τιμής απέναντι στην ηρωική στάση των ανθρώπων που με τις μικρές και μεγάλες πράξεις τους κατάφεραν να αντισταθούν στα γερμανικά στρατεύματα. Στην οθόνη αναδεικνύεται η βαθύτερη, πιο ανθρώπινη, πλευρά των πραγμάτων, η ανάγκη για επιβίωση και ελπίδα μέσα σε ένα τοπίο φρίκης, οι ανθρώπινες σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στον θύτη και στο θύμα.

Το Τελευταίο ΣημείωμαΟ διερμηνέας του διοικητή Καρλ Φίσερ Ναπολέων Σουκατσίδης αποτελεί την κεντρομόλο της αφήγησης. Ο ρόλος του νευραλγικός: σύνδεσμος ανάμεσα στον κατακτητή και τον κατεκτημένο. Η μετάφραση σε μια συνθήκη όπου η βία επικρατεί φαινομενικά αποτελεί μια περιττή συνθήκη. Ωστόσο από και προς τον θάνατο, στα ανακριτικά και εκτελεστικά αποσπάσματα, στις ξεναγήσεις των Γερμανών στους αρχαιολογικούς χώρους, ο δίαυλος της πληροφορίας είναι ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που φέρει τα ατομικά του πάθη τα οποία επιφορτίζονται με τα πάθη της κοινότητας στην οποία εντάσσεται, ενώ παράλληλα έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος με νέα ηθικά διλήμματα. Ναπολέων Σουκατσίδης, ή αλλιώς ο άνθρωπος-λεξικό, η σχέση του οποίου με τον ανώτερό του, τους συγκρατούμενούς του, την αγαπημένη του αλλά και την Ιδεολογία του είναι αυτές που συνθέτουν σε έναν τελικό απολογισμό το σημείωμα της μνήμης που άφησε πίσω του. Η ιστορία του επιλέχθηκε ως μία από τις πολλές μικρο-ιστορίες που στο σύνολό τους συνθέτουν αυτό που ονομάζουμε Ιστορία με γιώτα κεφαλαίο.

Σκηνοθετικά, από την πρώτη κιόλας σεκάνς γίνεται ξεκάθαρο στον θεατή πως στην ταινία θα κυριαρχήσει το χώμα και το μέταλλο. Ο ήχος από τα φτυάρια, οι πόρτες των κελιών, τα τσίγκινα κρεβάτια, οι σφαίρες όπως διαπερνούν τα σώματα σαν αυτά να ναι από χαρτί: ένα τοπίο θανάτου. Σε ψυχρά χρώματα κινείται και η παλέτα της ταινίας, υπογραμμίζοντας διαρκώς τη συνθήκη του εγκλεισμού, τον πόλεμο και τη φρίκη που γεννά στις ψυχές των ανθρώπων. Ένα σενάριο χωρίς φλυαρίες, με υψηλή συνοχή, υποστηριζόμενο στο έπακρο από τη φωτογραφία της ταινίας, η οποία εξ’ αρχής τραβάει την προσοχή του θεατή. Τα υποκειμενικά πλάνα ελάχιστα, ενώ στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας βλέπουμε να εναλλάσσονται μεσαίες λήψεις, κοντινά και αμόρσες που δίνουν την αίσθηση στο θεατή πως παρατηρεί από κοντά τα γεγονότα. Η μουσική, σε σύνθεση του Αλέξανδρου Βούλγαρη, άλλες φορές πλαισιώνει αναδεικνύοντας την ψυχοσύνθεση των ρόλων, άλλες ωστόσο αποτελεί μια μικρή παραφωνία στο σύνολο της σεκάνς. Ωστόσο, το τραγούδι όπως και η ποίηση έχουν βαρύνουσα σημασία για την αφήγηση, καθώς όλοι τραγουδούν: οι μελλοθάνατοι, ο κατακτητής, οι άντρες και οι γυναίκες στα κελιά τους. Η σκηνή με τη μεγαλύτερη συναισθηματική φόρτιση στην ταινία, ο χορός των μελλοθάνατων το βράδυ πριν την εκτέλεσή τους, αναδεικνύει στο έπακρο όλα τα τεχνικά χαρακτηριστικά της ταινίας: μοντάζ, ήχος, φωτογραφία αρμονικά συνδεδεμένα, οδηγούμενα προς την κορύφωση.

Το Τελευταίο Σημείωμα

Η τελευταία κατά σειρά ταινία του Παντελή Βούλγαρη, το τελευταίο του αυτό μέχρι σήμερα κινηματογραφικό σημείωμα, ήρθε να «ανοίξει» ανεπίσημα το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μετά από 52 χρόνια συμμετοχής του δημιουργού της σ’ αυτό. Θα μπορούσε κανείς να πει πως η νέα του αυτή ταινία συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο επιτυχημένες του, ίσως γιατί η αγάπη του προς την ιστορία διοχετεύεται μέσα από τον φακό με ιδιαίτερη ευαισθησία, κάτι που είδαμε τελευταία φορά να συμβαίνει στην Ψυχή βαθιά (2009).

Κλείνοντας να επισημάνουμε πως κανείς βλέποντας την ταινία δεν πρέπει να ξεχνάει πως μιλάμε πάντα για μια κινηματογραφική αφήγηση, κάτι που σημαίνει πως η ιστορία περνάει μέσα από το φίλτρο της μυθοπλασίας. Δεν πρόκειται συνεπώς τόσο για ένα ιστορικό ντοκουμέντο, όσο για μια κινηματογραφική μαρτυρία που έρχεται χρόνια μετά να ανακινήσει τα νερά της μνήμης, ένα σημείωμα προς τον θεατή ώστε να βρει την αφορμή να διαβάσει, και ιδανικά, να προβληματιστεί γύρω από το ρόλο που αναλαμβάνει ο καθένας από μας όταν επικρατεί μια συνθήκη ανελευθερίας, κάτι που σήμερα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΠΡΕΜΙΕΡΑ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Leave a Reply