ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΧΙΝΤΖΟΓΛΟΥ-ΑΜΑΣΛΙΔΟΥ- Δ.ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ

ΔΕΛΙΝΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ: Μιλήστε μας για εσάς. Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τον χώρο της τέχνης και συγκεκριμένα τη συγγραφή; Μιλήστε μας για το βιβλίο σας «Ομολογία ψυχής» και την παρουσίαση που πρόκειται να κάνετε στην αίθουσα παρουσιάσεων της Ε.Λ.Β.Ε.

 

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΧΙΝΤΖΟΓΛΟΥ-ΑΜΑΣΛΙΔΟΥ: Το πώς μπλέχτηκα με τη λογοτεχνία, είναι ένα ερώτημα που συχνά με απασχολεί και ομολογώ δεν μπορώ εύκολα να δώσω απάντηση. Πώς εγώ, 35 χρόνια γιατρός, βρέθηκα να «παίζω» με τις λέξεις; Στον πρόλογο του βιβλίου «Ομολογία ψυχής», που παρουσιάζω την Τετάρτη 10 Νοεμβρίου στην Εύξεινο Λέσχη στις 19:00 αναρωτιέμαι γι αυτό το μπλέξιμο:

 

«Στην κοιλάδα των λέξεων

Αντί προλόγου.

Στην κοιλάδα των λέξεων αίφνης ξημέρωσα

και στο παιχνίδι τους χωρίς να καταλάβω, έμπλεξα.

Θρασείς μέσα στη σκέψη μου πλανώνται, φλυαρούν,

εχθρεύονται και παθιασμένα μεταξύ τους μάχονται.

Στα καμώματά τους θύμα δεν πιάνομαι.

Τις σεμνές και φρόνιμες διαλέγω,

ψυχή και ιστορία ζωγραφίζω,

και μες στη ζωγραφιά μου,

σαν παιδί χαίρομαι».

 

Αλλά δεν είναι μόνο το παιχνίδι των λέξεων, είναι και ο έρωτας για την Ιστορία, που χρόνια με τυραννάει. Έτσι έγραψα «Τα 1123 χρόνια της Ρωμανίας», «Το δικό μας Βυζάντιο», αλλά και τα ιστορικά αφηγήματα: «Στη σκιά μιας βερικοκιάς» και «Αμελές Γιοβάννης». Τα άλλα 3 βιβλία μου είναι… ψυχογραφήματα, μικρές αφηγήσεις της ψυχής, («Ψυχογραφήματα», «Ψυχογραφήματα-Ψυχοποιήματα» και «Ομολογία ψυχής»), δηλαδή μικρά πεζά και ποιήματα σε ελεύθερο στίχο.

Το παρακάτω ποίημά μου αναφέρεται στην αγάπη μου αυτή για τους Βυζαντινούς χρόνους και τη λαχτάρα να μοιραστώ με τους φίλους μου την ωραία και ωφέλιμη γνώση.

 

«Βιγλίζω χρόνια τη Βυζαντινή Ιστορία,

δραγουμάνος του κόσμου της γίνομαι

και στιγμές απ’ αυτήν διαλέγω.

Στο χαρτί ποιητικά τις ρίχνω,

δώρα κι αντίδωρα τις κάνω,

στους φίλους τις μοιράζω,

σαν παιδί χαίρομαι!»

 

Δ.Β.: Μια φράση ή ένας στίχος που σας εκφράζει. Αγαπημένος συγγραφέας και αγαπημένο βιβλίο. Αγαπημένη ταινία και αγαπημένο τραγούδι. 

Δ. Χ.-Α.: Λέξεις που με εκφράζουν, είναι: ψυχή, συναίσθημα, αυτάρκεια, νοσταλγία, αγάπη και βέβαια Ιστορία και Πίστη. Όσο για τα βιβλία και τις ταινίες, προτιμώ εκείνα που θα με κάνουν να μάθω, να νοιώσω, να θυμηθώ, να νοσταλγήσω. Με λίγα λόγια… να χάσω για λίγο τον ύπνο μου.

 

Δ.Β.: Η τέχνη στην Ελλάδα της κρίσης.

Δ. Χ.-Α.: Πιστεύω ότι η κρίση, ο πόνος κι η δυστυχία πυροδοτούν κάθε μορφή τέχνης, ίσως γιατί η θλίψη είναι δυνατότερη από τη χαρά, αν μπορούσαν οι δυο τους να συγκριθούν .

 


Δ.Β.: Μελλοντικά σχέδια και όνειρα. 

Δ. Χ.-Α.: Αν με ρωτάτε για συγγραφικά σχέδια… τώρα γράφω την Ιστορία της Βενετίας. Γιατί της Βενετίας; Γιατί ήταν η θυγατέρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αν μπορεί κανείς να ξεχάσει την Δ’ Σταυροφορία του 1204 μ.Χ. που την οργάνωσε η Γαληνοτάτη, επιδιώκοντας απλά και ψυχρά το ίδιον κέρδος.

 

Δ.Β.: Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο που θα ήθελε να ασχοληθεί με τη συγγραφή;

Δ. Χ.-Α.: Θα τον συμβούλευα να γράψει για εκτόνωση, για την ψυχή του, για ψυχοθεραπεία. Γιατί πραγματικά το γράψιμο λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά. Αν ονειρεύεται μεγάλους εκδοτικούς οίκους, εμπορικές επιτυχίες, δημοσιότητες και φώτα, τότε πρέπει να ξέρει ότι θα υποταχθεί σε άλλες δυνάμεις και σε τελική ανάλυση να πουλήσει τον εαυτό του και τις αρχές του.

 

Δ.Β.: Το βιβλίο σήμερα στην ηλεκτρονική εποχή.

Δ. Χ.-Α.: Δεν ξέρω αν θα μπορέσω ποτέ να εξοικειωθώ με το ηλεκτρονικό βιβλίο. Εγώ θέλω το βιβλίο στα χέρια μου, στο προσκεφάλι μου, όπως όταν ήμουνα μαθήτρια, ή στο κομοδίνο μου, το θέλω στην αγκαλιά μου, να το μυρίζω και να το χαϊδεύω. Το ίδιο μου συμβαίνει και με τις φωτογραφίες. Είναι ένα θέμα που με απασχόλησε και άλλοτε, όταν έγραψα ένα ψυχογράφημα με τίτλο: «Τα βιβλία μου κι εγώ», και θα ‘θελα να τελειώσουμε τη συνέντευξη μ’ αυτό:

 

«Τα βιβλία μου κι εγώ….

Τα βιβλία μου τ’ αγαπάω και τα πονάω. Με θυμάμαι, μερικές δεκαετίες πριν, να τ’ αγοράζω με το μετρημένο χαρτζιλίκι μου, απ’ τον Μόλχο, τον Σαλίβερο ή τον Ζαχαρόπουλο.

Το πάτωμα ήταν ξύλινο και τριζάτο, το ημίφως μυστηριακό και η μυρωδιά της μούχλας και του βιβλίου, όλα μαζί μ’ έφτιαχναν και μ’ ανέβαζαν στα δικά μου ουράνια.

Τα βράδια ξαπλωμένη κάτω απ’ τη κουβέρτα με χαμηλό φως, ή τα μελαγχολικά καλοκαιρινά απομεσήμερα με τα πουλιά τρελαμένα να κουτουρντίζουν έξω, χανόμουν μέσα τους και ζούσα κλεισμένη στο δικό τους μυστήριο.

Παπαδιαμάντης, Κόντογλου, Καζαντζάκης, Δέλτα, Βενέζης, Σωτηρίου, Λουντέμης, Κρόνιν, Βέρν, Γκιμπράν, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι…βρήκαν τελικά όλοι την θέση τους στην παλιά βιβλιοθήκη. Όμως εγώ δεν τα ξεχνώ και δεν ξεχωρίζω κανένα, τ’ αγαπώ όλα εξίσου κι ας είναι παλιά και ντεμοντέ.

Και εκτός που τ’ αγαπάω, τα λυπάμαι κιόλας. Γιατί κανείς δεν νοιάζεται πια για αυτά, κανείς δεν γυρίζει να τα κοιτάξει. Αραδιασμένες γεροντοκόρες στα ράφια μου, σιγοψιθυρίζουν στ’ αυτί μου τις παλιές δόξες και τα μεγαλεία τους και με κάνουν να τα λυπάμαι πραγματικά!

Πώς να τα βάλουν όμως με το internet, τους υπολογιστές και τα tablet; Γεμάτα φιγούρα και ξιπασιά, μπουκάρισαν στα σπίτια μας και μας ξεμυάλισαν.

Και μένα με ξεμυάλισαν, αλλά δεν μπόρεσαν να με κάνουν να τα ερωτευτώ. Η ψυχή μου είναι δοσμένη στα βιβλία μου κι ας είναι κιτρινισμένα με ξεφτισμένες πλάτες κι ας είναι αζήτητες γεροντοκόρες στα ράφια της ζωής μου!!!»

 

Δ.Β.: Σας ευχαριστώ θερμά για αυτή την πολύ όμορφη συνέντευξη και για τα ωραία λόγια που μοιραστήκατε μαζί μας.

Δελίνα Βασιλειάδη


Optimization WordPress Plugins & Solutions by W3 EDGE